Μια θεολογική ανάγνωση του παραδοσιακού τραγουδιού «Στο ’πα και στο ξαναλέω»

Ο άλλος ως πέρασμα στη Βασιλεία του Θεού: Μια θεολογική ανάγνωση του παραδοσιακού τραγουδιού Στο ’πα και στο ξαναλέω.

👉 Άρθρο του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Φιλόθεου (12/10/2026)

 

Στο ’πα και στο ξαναλέω, στο γιαλό μην κατεβείς, κι ο γιαλός κάνει φουρτούνα και σε πάρει και διαβείς.

Οι στίχοι αυτού του γνωστού παραδοσιακού τραγουδιού, πέρα από την προφανή διάστασή τους, μας προσκαλούν σε μια διαφορετική ανάγνωση. Ας επιχειρήσουμε να τους προσεγγίσουμε υπό το πρίσμα της παρουσίας του Θεού μέσα στον κόσμο και, κυρίως, του μυστηρίου της πρόσληψης του κτιστού από τον άκτιστο Θεό. Όχι, ασφαλώς, αναζητώντας σε ένα τραγούδι του κόσμου θεολογικές προθέσεις, αλλά αναγνωρίζοντας στις ποιητικές του εικόνες τη δυνατότητα να φωτίσουν κάτι από το μυστήριο της θείας Ενανθρωπήσεως και της ανθρώπινης σχέσης. Και τούτο γιατί ο Θεός δεν παραμένει μακριά από τον κόσμο, αλλά εισέρχεται στην ιστορία του, προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και ανοίγει στον άνθρωπο τη δυνατότητα της κοινωνίας μαζί Του. Και αυτή η Θεία κίνηση προς τον άνθρωπο γίνεται το πρότυπο κάθεαυ θεντικής συνάντησης με τον άλλον που πάντοτε κρύβει μια περιπέτεια: την εγκατάλειψη της ασφάλειας του εαυτού μας και την διακινδύνευση εισόδου σ’ έναν κόσμο που δεν ελέγχουμε.

Ο γιαλός, λοιπόν, είναι το όριο ανάμεσα στο γνώριμο και στο άγνωστο. Η φουρτούνα είναι η αναστάτωση που προκαλεί η παρουσία του άλλου στη ζωή μας. Και κάθε αυθεντική σχέση δοκιμάζει τις βεβαιότητές μας, ανατρέπει την αυτάρκειά μας και μας καλεί να αναγνωρίσουμε ότι δεν αποτελούμε το κέντρο του κόσμου. Αυτή η εμπειρία στη γλώσσα της θεολογίας ονομάζεται «μετάνοια». Για την εκκλησιαστική παράδοση, η μετάνοια δεν είναι απλώς η αναγνώριση των σφαλμάτων μας, αλλά είναι κυρίως η αλλαγή του τρόπου της ύπαρξής μας. Η μετάβαση από το εγωκεντρικό «εγώ» στο «εμείς» της κοινωνίας με τους άλλους.

Κι αν με πάρει πού με πάει; Κάτω στα βαθιά νερά.

Τα βαθιά νερά της σχέσης είναι ο χώρος της εμπιστοσύνης και της ελευθερίας. Εκεί όπου καλούμαστε να αγαπήσουμε τον άλλον όχι όπως θα θέλαμε να είναι, αλλά όπως πραγματικά είναι. Με τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις, τις ανάγκες και τα χαρίσματά του.

Ο άνθρωπος, πλασμένος κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού, δεν ολοκληρώνεται μέσα στην απομόνωση, αλλά μέσα στην κοινωνία. Η αγάπη δεν είναι κατοχή ούτε επιβολή. Είναι η ελεύθερη συνάντηση προσώπων που διατηρούν την ετερότητά τους. Γιατί η αληθινή ενότητα δεν καταργεί τη διαφορετικότητα, αλλά τη μεταμορφώνει σε δυνατότητα αμοιβαίου εμπλουτισμού.

… κάνω το κορμί μου βάρκα, τα χεράκια μου κουπιά …

Ίσως εδώ βρίσκεται η πιο δυνατή εικόνα του τραγουδιού. Ο άνθρωπος μεταβάλλει την ίδια του την ύπαρξη σε μέσο διάβασης. Δεν περιμένει να βρει έναν εύκολο δρόμο. Προσφέρει ό,τι διαθέτει για να διασχίσει τη θάλασσα.

Αυτή είναι και η ουσία της χριστιανικής αγάπης. Όχι ένα αφηρημένο συναίσθημα, αλλά μια συγκεκριμένη πράξη προσφοράς. Ο Χριστός δεν αγάπησε τον άνθρωπο από απόσταση. Εισήλθε στην ιστορία του, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και μοιράστηκε την οδύνη του [ενανθρώπηση/θέωση].

Έτσι και η δική μας αγάπη αποκτά αλήθεια όταν τα χέρια μας γίνονται χέρια διακονίας, ο χρόνος μας χρόνος προσφοράς και η παρουσία μας τόπος αναπαύσεως για τον άλλον. Χωρίς αυτό να σημαίνει αυτοκατάργηση ή απώλεια της προσωπικής μας ελευθερίας.

… μη μου γράφεις γράμματα, γιατί γράμματα δεν ξέρω …

Ακόμη και η αδυναμία επικοινωνίας, που εκφράζεται στους στίχους, μας υπενθυμίζει ότι η αγάπη απαιτεί υπομονή, ταπείνωση και προσπάθεια κατανόησης. Δεν αρκεί να αγαπούμε. Χρειάζεται να μάθουμε και τη γλώσσα με την οποία ο άλλος μπορεί να δεχθεί την αγάπη μας. Και αυτό το μάθημα λαμβάνουμε στην Εκκλησία, αγωνιζόμενοι να ζούμε όλοι μαζί. Γι’ αυτό και η σχέση με τον συνάνθρωπο δεν είναι ένα παράλληλο κεφάλαιο της πνευματικής ζωής. Είναι ο τόπος όπου αυτή δοκιμάζεται και αποκτά αλήθεια, όπως ο ίδιος Χριστός διατυπώνει με απόλυτη σαφήνεια: Ό,τι κάνατε σε έναν από αυτούς τους ελάχιστους αδελφούς μου, σ’ εμένα το κάνατε (Μτ. 25, 40). Μέσα από την αγάπη μας προς τον άλλον, μπορούμε να συναντήσουμε τον Χριστό.

Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη φουρτούνα να είναι εκείνη που μας αναγκάζει να εγκαταλείψουμε την ασφάλεια του εγωισμού μας. Γιατί στην απέναντι όχθη βρίσκεται ο άλλος. Και μέσα από την ελεύθερη συνάντηση μαζί του μπορούμε να ανακαλύψουμε όχι μόνο τον αληθινό εαυτό μας, αλλά και να γευθούμε τη ζωή της Βασιλείας του Θεού.