Ντίνος Χριστιανόπουλος: Ο χιλιαστής (1963)
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ Το πρώτο βράδυ ο θάλαμος είχε γεμίσει φίσκα και δεν έφταναν τα κρεβάτια. Ήταν πολλοί που δεν είχαν ντυθεί ακόμα και περίμεναν να περάσουν την άλλη μέρα απ’ τους γιατρούς. Οι διάδρομοι είχαν γεμίσει απλωμένες κουβέρτες κι έβλεπες ανακατωμένα κεφάλια και πόδια. Βρωμούσε ποδαρίλα και ρούχα κλιβανισμένα. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα και βρήκα μια γωνιά κοντά στο ακριανό παράθυρο. Δίπλα μου, σχεδόν αγκαλιαστά, είχε πλαγιάσει ένα παιδί, ξανθό και γαλανομάτικο, με μια όψη αγγελική, γεμάτη αγνότητα και γαλήνη. Σκέφτηκα πως θα ήταν ίσως του κατηχητικού, μα ήμουν τόσο ψόφιος για ύπνο, που δεν είχα κουράγιο να τον ρωτήσω. Την άλλη μέρα τον ξαναείδα στο μεσημεριανό συσσίτιο. Πρόσεξα πως ήταν πολύ πιο όμορφος και γλυκός απ’ ό,τι μου είχε φανεί την πρώτη φορά κι ότι εξακολουθούσε να ’χει στο πρόσωπο μια έκφραση γαλήνης, με κάτι το απόκοσμο στο βλέμμα, σαν να μην καταλάβαινε τι γινόταν γύρω του. «Από πού είσαι, συνάδελφε;» τον ρώτησα. «Από το Αγρίνιο». «Είσαι του κατηχητικού;» Αμέσως κοκ...