Ο Παύλος Κόντος για το κακό στη φιλοσοφία της Χάνα Άρεντ
5.1. Η βοτανική του κακού: το κακό σαν μανιτάρι (Hannah Arendt)
Έχουμε προχωρήσει αρκετά· έχουμε φτάσει ήδη στο Ολοκαύτωμα
και δεν μπορεί κανείς να μην εντάξει σ’ αυτήν την ενότητα τις σκέψεις της
περίφημης φιλοσόφου Χάνα Άρεντ [Hannah Arendt].
Η Χάνα Άρεντ είναι μαθήτρια του Μάρτιν Χάιντεγκερ
[Martin Heidegger], ερωμένη του Χάιντεγκερ για πολλά χρόνια,
Εβραιοπούλα. Διέφυγε από τη Γερμανία για να σωθεί και κατέληξε στις Η.Π.Α.· Έγινε
καθηγήτρια σ’ ένα Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης: The New School for Social
Reasearch. Το βασικό της βιβλίο είναι το: Η ανθρώπινη κατάσταση | The human condition [1],
μεταφρασμένο στα νέα ελληνικά [2].
Μιλάει για το κακό· δεν υπάρχει Εβραίος, και ειδικά Εβραίος της γενιάς της, που
ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία και δεν έχει γράψει κάποιο βιβλίο για το κακό. Οι
σκέψεις όμως της Χάνα Άρεντ έχουν, τρόπον τινά, καθορίσει τον τρόπο που
σκεφτόμαστε πλέον για το κακό. Οι σκέψεις της είναι σε πολλά σημεία
αμφιλεγόμενες· έχουν προκαλέσει τεράστιο κύμα διαμαρτυριών, και θα δούμε
γιατί. Θα υπερασπιστούμε τη Χάνα Άρεντ, όσο γίνεται, στις περισσότερες θέσεις
της.
Με βλέπετε διστακτικό, γιατί το θέμα είναι γύρω απ’ το Ολοκαύτωμα,
και, όπως θα δούμε, ένα από τα ερωτήματα είναι κατά πόσο μπορεί να μιλήσει
κανείς γι’ αυτό. Παρόμοια ερωτήματα υπάρχουν ξέρετε και στο σινεμά: κατά πόσο
δικαιούται κανείς να φτιάξει μια ταινία για το Ολοκαύτωμα; Γίνονται τεράστιες
συζητήσεις στους κινηματογραφικούς κύκλους. Θα προσπαθήσουμε, όσο γίνεται πιο
ουδέτερα, να παρακολουθήσουμε τη σκέψη της Χάνα Άρεντ, η οποία δηλώνει ρητά
–και αυτό πρέπει να γίνει σαφές– ότι δεν μιλάει εν ονόματι των Εβραίων. Το
Ολοκαύτωμα δεν είναι ένα εβραϊκό ζήτημα· το Ολοκαύτωμα είναι ένα
ζήτημα για την ανθρωπότητα ολόκληρη, και δεν είναι μόνο το χιτλερικό Ολοκαύτωμα.
Το πρώτο βιβλίο της Χάνα Άρεντ με θέμα το κακό έχει τον
τίτλο: Η προέλευση του ολοκληρωτισμού (1962 edition) [3],
και εκεί στην ουσία έχει δύο πολύ μεγάλα κεφάλαια: ένα κεφάλαιο για τον ναζισμό
και ένα κεφάλαιο για τον σταλινισμό. Και ρητά η Χάνα Άρεντ δηλώνει ότι το
θέμα δεν είναι οι Εβραίοι, το θέμα δεν είναι γιατί οι
Εβραίοι· ήταν και πάρα πολλοί άλλοι που υπέστησαν, και θα μπορούσαν δυνητικά να
έχουν υποστεί τις συνέπειες αυτού που είναι για τη Χάνα Άρεντ το μέγα πρόβλημα
– και το μέγα πρόβλημα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο ολοκληρωτισμός, ένα
δηλαδή πολιτικό σύστημα.
Αυτή η αρχική τοποθέτηση έχει πάρα πολλές όψεις. Πρώτον,
μιλάμε για σύστημα, δεν μιλάμε για ανθρώπους, δεν είναι ο Γιάννης, ο
Παύλος, ο Κώστας που είναι κακοί, δεν μας αφορά αυτό [4].
Στην αρχική σκέψη της Άρεντ μας αφορά αν υπάρχει ένα πολιτικό σύστημα –ο
ολοκληρωτισμός–, ο οποίος με κάποιον τρόπο διαστρεβλώνει τόσο πολύ την πολιτική
ύπαρξη των ανθρώπων, που (ο ολοκληρωτισμός ως σύστημα) είναι η
πηγή του κακού· γι’ αυτό το πράγμα θα μιλήσουμε. Εδώ δεν έχει σημασία καν
αν υπάρχει μίσος απέναντι σε κάποιους – σε αυτήν την περίπτωση οι Εβραίοι, σ’
άλλη περίπτωση οι κομμουνιστές, σ’ άλλη περίπτωση οι ομοφυλόφιλοι, οι
μετανάστες· είναι αδιάφορα όλα αυτά. Γιατί; Διότι η περιγραφή που θα κάνουμε
στο τι είναι ολοκληρωτισμός δεν θα συμπεριλαμβάνει καθόλου την αναφορά
στα κίνητρα των ανθρώπων. Αλλά σε τι; Μόνο σε τι συνίσταται
ένα ολοκληρωτικό σύστημα, στην πιο ακραία του εκδοχή. Προφανώς, θα υπάρχουν
πολλά είδη απολυταρχικών συστημάτων, θα υπάρχουν πολλά είδη τυραννικών
συστημάτων, αλλά ο ολοκληρωτισμός στο μυαλό της Χάνα Άρεντ –και όπως το
περιγράφει έχει δίκιο– είναι κάτι ακραίο. Είναι ζήτημα βαθμού
βέβαια· δεν είναι κάτι ακραίο υπό την έννοια ότι είναι κάτι μυστηριώδες, κάτι
περίεργο. Είναι κάτι ακραίο διότι, τρόπον τινά, εμβαθύνει, κάνει πιο ριζικό
(λέξη που πολύ συχνά χρησιμοποιεί η Άρεντ) το κακό.
Και σε τι συνίσταται αυτό το σύστημα; Λέει:
«Η ανεστιότητα [homelessness]
σε κλίμακα χωρίς προηγούμενο, το να είσαι άρριζος [rootlessness] σε
βάθος χωρίς προηγούμενο» [5].
Όπως βλέπετε έχουμε συγκρίσεις, έχουμε μια κλίμακα,
κι εμείς θα δείξουμε το καινούριο· το καινούριο όχι ποιοτικά τόσο, ή
τουλάχιστον... ναι, ποιοτικά, αλλά διαφορετικού είδους, ας το πούμε έτσι.
Σε τι συνίσταται το πρόβλημα του ολοκληρωτισμού; Το πρόβλημα
του ολοκληρωτισμού είναι η ιδέα ότι η ιστορία έχει μια κίνηση από
μόνη της, οδηγείται σε κάποιο σημείο, και ότι εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε
να κάνουμε τίποτα άλλο παρά να παρακολουθούμε ή να προοικονομούμε αυτήν την
εξέλιξη [6].
Δεν υπάρχουν προθέσεις· υπάρχουν μόνο γεγονότα – ό,τι είναι να
συμβεί, θα συμβεί. Το κίνημα –εδώ, ας πούμε, το ναζιστικό κίνημα– απλώς
παρακολουθεί τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, ή πιθανώς, θα έλεγε κανείς,
διευκολύνει ή επιταχύνει τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων.
Η Άρεντ τονίζει συνεχώς –σ’ όλο αυτό το κείμενο, που είναι
πολύ μεγάλο, είναι 400-450 σελίδες– ότι: μην ψάχνετε τα κίνητρα αυτών
που συμμετείχαν στο κίνημα του ολοκληρωτισμού. Αντίθετα, ο ολοκληρωτισμός
είναι έτσι φτιαγμένος, που αυτοί που γεμίζουν το κίνημα –οι άνθρωποι
του “κινήματος”– να έχουν μεταξύ τους πολύ διαφορετική προέλευση,
να μην ανήκουν στο ίδιο πολιτικό σώμα. Να μην συλλαμβάνουν καν τον εαυτό
τους σαν μέλη ενός πολιτικού σώματος. Αντίθετα, απ’ τη μια πλευρά υπάρχει ένα
χάος ιδιοτελών κινήτρων –αδιάφορο ποια, και αδιάφορο άμα είναι κοινά σε
όλους αυτούς τους συμμετέχοντες στο κίνημα– και, απ’ την άλλη, υπάρχει το
κίνημα· κάτι σαν σχεδόν μεταφυσική οντότητα, η οποία απορροφά όλο
αυτό το χάος των ιδιοτελών κινήτρων. Και ποιος την καθοδηγεί; Την καθοδηγεί
ένας αρχηγός, ένας Φύρερ. Τι είναι αυτός; Έχει αυτός τίποτα
ιδιαίτερες δεξιότητες; Όχι. Η μόνη του ικανότητα είναι να προβλέπει, να
διαβλέπει, να γνωρίζει το μέλλον· να γνωρίζει δηλαδή πού θα οδηγηθεί η Ιστορία.
Στην πραγματικότητα, ο Φύρερ είναι η μόνη βούληση
στη Γερμανία. Ο Φύρερ στην πραγματικότητα είναι ο μόνος που έχει εξουσία.
Και είναι χαρακτηριστικό (λέει η Χάνα Άρεντ) ότι αυτό το σύστημα του
ολοκληρωτισμού είναι έτσι δομημένο, που ο στόχος του δεν είναι η αποτελεσματικότητα
–δεν είναι πώς θα κάνει ο Φύρερ πιο αποτελεσματικό το αποτέλεσμα–, όχι,
καθόλου· και ενδεικτικό είναι ο πολλαπλασιασμός των κέντρων εξουσίας.
Δηλαδή η αστυνομία, ο στρατός… πολλά κομμάτια της αστυνομίας μπορούν να έχουν
αναλάβει το ίδιο έργο και ο ένας να συνωμοτεί εναντίον του άλλου. Αυτό δεν
ικανοποιεί κάποιον κανόνα ταχύτητας, ωφελιμισμού, επίτευξης του έργου· όχι. Δεν
πρέπει, με κανένα τρόπο, κανείς άλλος να νιώθει ότι είναι η εκκίνηση, ότι είναι
αυτός που ελέγχει πλήρως μία σφαίρα της εξουσίας. Μόνο ο Χίτλερ μπορεί να το
έχει αυτό. Όλοι οι άλλοι πρέπει να έχουν συνεχώς την αίσθηση ότι είναι αναλώσιμοι,
και ότι κάποιος τρίτος μπορεί να τους παρακολουθεί. Και όχι μόνο αυτό.
Στην ουσία, αφού ο Φύρερ είναι αλάνθαστος, και αφού η
βούλησή του συμφωνεί/συμβαδίζει με τη ροή που θα έχει η Ιστορία, ούτως ή άλλως,
τότε ο αξιωματικός δεν αποτυγχάνει – δεν μπορεί να αποτύχει ένας αξιωματικός
του Φύρερ. Ένας αξιωματικός του Φύρερ που αποτυγχάνει είναι προδότης,
αφού η εντολή του Φύρερ είναι πάντα σωστή και αφού η Ιστορία εκεί πήγαινε.
Αν κάποιος δεν κατάφερε να το διευθετήσει όπως πρέπει, σημαίνει ότι δεν ήθελε
να το διευθετήσει όπως πρέπει· σημαίνει ότι προσπάθησε να προδώσει τη
βούληση του Φύρερ, να προδώσει τη ροή της Ιστορίας.
Εδώ δεν έχουν σημασία τα πράγματα, δεν έχει σημασία η ανθρώπινη εμπειρία, σημασία έχει η πρόβλεψη των γεγονότων. Μάλιστα. Δεν μπορεί να υπάρχει Εβραίος διανοούμενος.
- «Α, ξέρεις, στην Πολωνία υπάρχουν κάποιοι Εβραίοι που είναι διανοούμενοι και είναι πολλοί».
- «Μάλιστα. Θα τους σκοτώσουμε αύριο το πρωί».
Δεν υπάρχει Εβραίος διανοούμενος στην Πολωνία. Τέλος. Κάνουμε
την Ιστορία να συμφωνεί με ένα ιδεολόγημα. Ναι, πια δεν
υπάρχουν Εβραίοι διανοούμενοι στην Πολωνία· τόσο απλά.
Φτάνει αυτό; Και τέλος πάντων, πώς καταφέρνει αυτός ο ολοκληρωτισμός να επιβάλλει το κακό στον κόσμο; Τι μορφής κακό είναι αυτό; Γιατί είναι άλλης τάξεως αυτή η ανεστιότητα, το να είσαι άρριζος; (Και δεν έχουμε εξηγήσει ακριβώς περί τίνος πρόκειται). Σιγά σιγά, στην επόμενη ενότητα.
Είχαμε μείνει με το ερώτημα: σε τι συνίσταται αυτό το ριζικό
κακό που επιφέρει ο ολοκληρωτισμός· ή, τι κάνει τον ολοκληρωτισμό να είναι η
πηγή του ριζικού κακού; (το ίδιο πράγμα). Διαβάζω το κειμενάκι στο 2:
«Ο φόνος είναι μόνο ένα
περιορισμένο [limited] κακό. [...] Ο δολοφόνος αφήνει πίσω του ένα πτώμα
και δεν προσποιείται ότι το θύμα του δεν υπήρξε ποτέ. [...] Καταστρέφει μια
ζωή, αλλά δεν καταστρέφει το ίδιο το
γεγονός της ύπαρξης. […] Ο τρόμος επιβάλλει τη λήθη.
[...] Πρόκειται για την εμφάνιση ενός ριζικού κακού [radical
evil] που δεν είχαμε γνωρίσει ξανά» [7].
Τι λέει η Χάνα Άρεντ; Ο φόνος δεν είναι το ριζικό κακό.
Μπορεί να μας ξενίζει. Τι θέλει να πει; Θέλει να πει το εξής: Το ριζικό
κακό είναι όταν σβήνεις τη μνήμη για την ύπαρξη
των ανθρώπων, όχι όταν τους σκοτώνεις.
Τι είναι η μνήμη; Η μνήμη –στο μυαλό της Χάνα Άρεντ– είναι το βασικό
συνδετικό στοιχείο ενός πολιτικού σώματος, είναι εκείνο που εξασφαλίζει μία
στοιχειώδη σταθερότητα στο πολιτικό σώμα. Είναι εκείνο που δίνει την ταυτότητα
του πολιτικού σώματος. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρει η Χάνα
Άρεντ –σε άλλο βιβλίο, είναι η αλήθεια· στο: H ανθρώπινη κατάσταση–
είναι ο Επιτάφιος του Περικλή,
και η έμφαση που δίδεται εκεί –από τον Θουκυδίδη–
είναι στη μνήμη των Αθηναίων για τον εαυτό τους.
Τι κάνει ο ολοκληρωτισμός; Ο ολοκληρωτισμός σβήνει
το ίχνος των ανθρώπων, δεν τους σκοτώνει απλώς· όχι! Ο ολοκληρωτισμός κάνει
έτσι που σκοτώνει τον άλφα, τον σβήνει από οποιοδήποτε δημόσιο έγγραφο
είχε καταγεγραμμένο το όνομά του, καίει την περιουσία του και απαγορεύει και
στους δίπλα να τον μνημονεύουν, με αποτέλεσμα σιγά-σιγά το ίχνος του σ’ αυτόν
τον κόσμο να εξαφανιστεί τελείως. Αυτό –στο μυαλό της Χάνα Άρεντ– είναι μια επέμβαση
στην ίδια τη σχέση ζωής, θανάτου και αθανασίας. Αν η μνήμη των άλλων είναι
ο μόνος τρόπος να είμαστε πολιτικά αθάνατοι –να ζούμε, δηλαδή, μέσα απ’
την ανάμνηση των άλλων–, τότε ο ολοκληρωτισμός, με τον τρόμο, με την επιβολή
της λήθης, αλλάζει το παιχνίδι ζωής και θανάτου, αλλάζει το παιχνίδι ζωής
και αθανασίας. Κι αυτό είναι πολύ πιο τρομακτικό κακό από τον φόνο. Αδιάφορο
πόσο σαδιστικός μπορεί να είναι ο φόνος, πόσο διαβολικά τα κίνητρα του φονιά –
είναι παντελώς αδιάφορο. Θυμίζω και πάλι: Το ριζικό κακό
–τουλάχιστον στο πρώτο βιβλίο της Άρεντ– δεν θα το βρούμε στους ανθρώπους, θα
το βρούμε σε ένα σύστημα: στο σύστημα του ολοκληρωτισμού.
Και πώς το επιτυγχάνει αυτό; Με τρεις τρόπους, λέει (πάρα
πολύ όμορφα) η Χάνα Άρεντ:
1. «Το πρώτο ουσιώδες βήμα […] είναι το να σκοτώσεις το δικαϊκό
πρόσωπο μέσα στον άνθρωπο» [8].
Τι σημαίνει αυτό; Σκοτώνεις τον άλλον, του αφαιρείς τα
πολιτικά δικαιώματα. Δεν μπορεί να αποταθεί στο δικαϊκό σύστημα. Κι όχι
μόνον αυτό, δημιουργείς και πλήρη τυχαιότητα στο ποιος θα στερηθεί τα
πολιτικά του δικαιώματα αύριο. Ξυπνάς αύριο το πρωί και ανήκεις σε μία τάξη –σε
μία ομάδα– που ξαφνικά έχει χάσει τα πολιτικά της δικαιώματα.
2. «Το επόμενο βήμα στην προετοιμασία για ζωντανά πτώματα είναι
ο φόνος του ηθικού προσώπου μέσα στον άνθρωπο» [9].
Λέει πολύ όμορφα η Χάνα Άρεντ. Στα στρατόπεδα
συγκέντρωσης δεν σκοτώνονταν άνθρωποι. Καίγονταν πτώματα. Δηλαδή, οι άνθρωποι
είχαν ήδη πεθάνει ως άνθρωποι, με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Κι
αυτό εδώ το δεύτερο είναι: σκοτώνεις τον ηθικό άνθρωπο. Πώς τον σκοτώνεις; Τι
μπορείς να σκοτώσεις – πράγμα που ο Καντ
(όπως θυμάστε) [10]
δεν μπορούσε να διανοηθεί καν; Τον σκοτώνεις πρώτα βάζοντάς τον μπροστά σε τεράστια
ηθικά διλήμματα. Αν βάλεις μια μάνα να διαλέξει ποιο από τα δύο της παιδιά
θα σωθεί [11],
δεν τη σκοτώνεις; Είναι αυτό ένα ανθρώπινο δίλημμα; Ένα δίλημμα που μπορεί ο
άνθρωπος –ο έλλογος– να αντιμετωπίσει πραγματικά και να βγει νικητής απ’ αυτό
το δίλημμα; Αλλά κάνεις και δύο άλλα τρομακτικά πράγματα. Το ένα είναι η
αδυνατότητα της μαρτυρίας. Το τονίζει η Χάνα Άρεντ –το έχουν τονίσει πολύ
περισσότερο άλλοι μετά απ’ αυτήν–, αλλά υπάρχει μέσα στο κείμενο για τον
ολοκληρωτισμό. Τι σημαίνει αυτό; Κανείς δεν μπορεί να είναι μάρτυρας για το
Άουσβιτς. Είναι συνταρακτικό! Κοιτάξτε γιατί. Κοιτάξτε γιατί.
Αυτός που είναι μάρτυρας για το Άουσβιτς πρέπει να
μας πει –να μας περιγράψει– μια κατάσταση που ήταν αβίωτη. Διότι
αν δεν την περιγράψει ως αβίωτη, θα περιγράφει πάντα κάτι πολύ λιγότερο απ’
αυτό που συνέβη. Αλλά, άμα ήταν αβίωτη η κατάσταση, αυτός πώς έζησε; Γιατί
βγήκε ζωντανός; Αφού η κατάσταση ήταν αβίωτη. Ή δεν ήταν αβίωτη,
οπότε μας λέει ψέματα· ή έπρεπε να πεθάνει, οπότε δεν μπορεί να είναι μάρτυρας.
Αβίωτη δεν σημαίνει ότι ήταν κάτω απ’ το όριο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας;
Δηλαδή, αυτός που επέζησε, επέζησε κάτω απ’ το όριο; Ήτανε ζώο; Και, στο
κάτω-κάτω, αν είναι έτσι τα πράγματα, με ποιο δικαίωμα αυτός έρχεται
να μιλήσει εν ονόματι εκείνων που δεν δέχτηκαν να κατέβουν κάτω απ’ το όριο της
αξιοπρέπειας; Και αν αυτοί που ήταν μέσα –οι λεγόμενοι μουσουλμάνοι
(τους έλεγαν μουσουλμάνους, κατά πάσα πιθανότητα, λόγω του σκυφτού τους,
συνεχώς, σώματος)– είχαν φτάσει σε μια κατάσταση που δεν μπορούσαν καν να
μιλήσουν, δεν επικοινωνούσαν καν, με ποιο δικαίωμα εσύ χρησιμοποιείς τη γλώσσα
για να περιγράψεις τη ζωή κάποιου, όπου η γλώσσα δεν είναι πια δυνατή; Με
καταλαβαίνετε; Είναι αντιφατική η ύπαρξη ενός επιζήσαντα από ένα καθεστώς
αβίωτο, ο οποίος θέλει να το περιγράψει ως αβίωτο. Αυτό.
Και υπάρχει κι άλλη τραγική συνθήκη, λέει η Χάνα Άρεντ: όχι
απλώς δεν μπορεί να μας μιλήσει γι’ αυτό που συνέβη, αλλά μέσα στα
στρατόπεδα συγκέντρωσης η ίδια η έννοια της θυσίας
ήταν αδύνατη. Δηλαδή, τι είναι θυσία; Θυσία είναι να αποφασίσω πότε θα
πεθάνω και να έχει ένα νόημα αυτή η απόφαση. Γιατί λέμε: “Καλά, γιατί δεν
αυτοκτονούσαν;” Ναι, εντάξει. Για να έχει νόημα μια αυτοκτονία, πρέπει
να περιμένεις ότι κάτι θ’ αλλάξει απ’ την επιλογή τού να αυτοκτονήσεις σε σχέση
με το να μην αυτοκτονήσεις. Ε, ο τρόμος μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και
η απόλυτη αίσθηση ότι κάθε αντίδραση θα ήταν μάταιη έκανε κι αυτήν τη
δυνατότητα της θυσίας να είναι αδύνατη. Η δυνατότητα της θυσίας να μην βιώνεται
ως τέτοια, ας το πούμε έτσι. Μα κι αυτό είναι ένα καινούργιο πρόβλημα στη σχέση
ζωής και θανάτου. Είναι ότι ο άλλος δεν μπορεί να ορίσει καν τον θάνατό του.
Αλλάζει, λέει όμορφα η Χάνα Άρεντ, η διαλεκτική ζωής και
θανάτου μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Αλλά δεν χάνεται μόνο αυτό. Υπάρχει και τρίτο επίπεδο.
Χάνεται, λέει (τρίτον):
3. «[...] η διαφορετικότητα του ατόμου, η μοναδική του ταυτότητα» [12].
Το ξέρουμε αυτό. Μπαίνουν μέσα, τους βάζουν όλους να φοράν
την ίδια φόρμα, τους ξυρίζουν το κεφάλι – τίποτα σχεδόν δεν διακρίνει τον έναν
από τον άλλον. Κυρίως (πιο φιλοσοφικά): Τι σημαίνει “ατομικότητα” στη
Χάνα Άρεντ; Είναι η ικανότητα να πάρω μια πρωτοβουλία. Να εγκαινιάσω –μάθαμε
στον Καντ– μια καινούργια αλυσίδα
πράξεων. Να είμαι ένα αίτιο πράξεων στον κόσμο. Να είμαι μια γέννηση,
λέει η Χάνα Άρεντ όμορφα. Ε, αυτό δεν υπήρχε πια γι’ αυτούς. Δεν ήταν... Δεν
υπήρχε αυτή η δυνατότητα, δεν βίωναν τον εαυτό τους σαν συνδημιουργούς
ενός κοινού κόσμου. Αυτό το ίδιο πράγμα, το ότι δηλαδή αλλάζει η διαλεκτική
ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο και το ότι ο άνθρωπος παύει να είναι μια
γέννηση, μια αιτία, μια πηγή απρόβλεπτων πράξεων μέσα στον κόσμο, μπορεί να
ειπωθεί με έναν διαφορετικό και πιο δραματικό τρόπο. Κι είναι στο επόμενο χωρίο
(που σας έχω εδώ). Λέει η Χάνα Άρεντ:
«Διακυβεύεται η ίδια η ανθρώπινη
φύση» [13].
«[Όπου ο ολοκληρωτισμός έχει ισχύσει]
έχει ξεκινήσει να καταστρέφει την ουσία του ανθρώπου [...].
Στα τελικά στάδια του ολοκληρωτισμού εμφανίζεται ένα απόλυτο κακό [...], χωρίς
το οποίο ίσως να μην είχαμε γνωρίσει ποτέ την πραγματικά ριζική φύση
του κακού» [14].
«Το ριζικό κακό [radical
evil] έχει αναδυθεί σε συσχετισμό με ένα σύστημα που κάνει το να
γίνονται όλοι οι άνθρωποι εξίσου περιττοί [superfluous]» [15].
Πάρα πολύ όμορφες διατυπώσεις. Το ξέρουμε... Το ξέρουμε ότι
οι ναζί είχαν
επιχειρήσει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης πειράματα πάνω στην ανθρώπινη φύση
(βιολογικά και ιατρικά πειράματα). Δεν είναι αυτό για το οποίο μιλάει η Χάνα
Άρεντ. Κι όταν μιλάει για ανθρώπινη φύση, δεν εννοεί κάποια μεταφυσική ουσία,
δεν εννοεί κάποια βαθιά ουσία του ανθρώπου ως ανθρώπου. Εννοεί απλώς το γεγονός
ότι ο άνθρωπος ως ηθικό και πολιτικό ον μπορεί να εγκαινιάζει
καινούργιες πράξεις μέσα στον κόσμο. Απρόβλεπτες, που δεν εξηγούνται από
τίποτα από όσα έχουν προηγηθεί. Αυτό. Αυτήν την ιδέα δηλαδή που είχαμε μάθει
και στον Καντ.
Τι σημαίνει να γίνονται οι άνθρωποι περιττοί;
Σημαίνει να μην υπάρχει κανένα σημείο πάνω στη γη γι’ αυτούς. Σημαίνει να μην
τους αναγνωρίζεται κανένα σημείο πάνω στη γη ως τόπος. Θυμίζω στο πρώτο
κείμενο: “ανεστιότητα” ή “το να είναι άρριζοι”, το να μην έχουν μια
αναγνωρίσιμη –μια πολιτικά/ιστορικά αναγνωρίσιμη– θέση πάνω στη γη.
Ίσχυε για τους Εβραίους. Προφανώς ισχύει για κάθε μετανάστη σήμερα που τραβάει
αυτά που τραβάει.
Να γίνουν οι άνθρωποι περιττοί. Να μην έχει σημασία η ατομικότητά
τους. Και, μάλιστα, το περιγράφει ως εξής,
και πρέπει να το σκεφτούμε ως εξής: αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν σε μια απόλυτη
μοναχικότητα, που δεν μοιάζει σε τίποτα ούτε με την εξορία ούτε με τη
δουλεία… Γιατί δεν μοιάζει με την εξορία; Μα, όταν σε στέλνουν εξορία, σε
στέλνουν σε κάποιον τόπο που είναι αναγνωρίσιμος, σε στέλνουν “εκεί”. Και
“εκεί” είναι μια γη που σε δέχεται. Όταν, ας πούμε άλλο παράδειγμα, σε
στέλνουν στα κάτεργα, ας υποθέσουμε ότι χρησιμοποιούν, εκμεταλλεύονται το σώμα
σου. Αλλά δεν σβήνουν την ύπαρξή σου. Ακόμα και στη δουλεία ο δούλος είναι
ορατός. Πρέπει να είναι εκεί, να δουλεύει, να φαίνεται. Να είναι
καταγεγραμμένος. Δεν εξαφανίζεται εντελώς. Αντίθετα, στην περίπτωση αυτού του
τρόμου του ολοκληρωτισμού, οι άνθρωποι δεν ήταν απλώς σε μια προσωπική
απομόνωση· δεν ήταν απλώς μια ομάδα χωριστή από κάποια άλλη· δεν ήταν
ατομικότητες με την πλήρη σημασία του όρου. Ήταν απλές μονάδες, απλές
κουκίδες. Ο ένας έξω από τον άλλο, όχι ο ένας δίπλα στον άλλο [16].
Εξού και αυτό που είπα προηγουμένως: εκεί δεν πέθαιναν άνθρωποι, παράγονταν
πτώματα.
Σημασία στη Χάνα Άρεντ δεν έχει η βιαιότητα, δεν έχει ο σαδισμός, δεν έχουν καν οι θάλαμοι αερίων. Δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι πολύ πιο ριζικό, όπως λέει. Χρησιμοποιεί τη λέξη ριζικό κακό (είδατε) τρεις-τέσσερις φορές και μάλιστα την αποδίδει στον Καντ. Προφανώς, δεν έχουμε ριζικό κακό στον Καντ υπό αυτήν την έννοια. Σε κάποιο σημείο λέει: «όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε από τον Καντ και μετά». Η αντιστοίχιση, δηλαδή, με αυτό που ονομάζαμε ρίζα του κακού στον Καντ δεν είναι προφανής, δεν είναι σωστή, να τα εξομοιώνεις αυτά τα δύο πράγματα. Και η Χάνα Άρεντ, κατά πάσα πιθανότητα, έχει συνείδηση αυτής της απόστασης από την καντιανή επιχειρηματολογία. Και; Και πώς θα σταθούμε αν αυτή είναι η σχέση ανάμεσα στον θύτη (που ο θύτης εδώ είναι ο ολοκληρωτισμός) και στο θύμα (που είναι αυτοί οι άνθρωποι που έχουν γίνει περιττοί); Είπαμε, σχεδόν η λέξη άνθρωπος πια είναι καταχρηστική. Διότι έχει αλλάξει η φύση του ανθρώπου αυτού, έχει αλλάξει η ουσία του. Διότι στην ουσία του ανθρώπου ανήκει το να μην είναι περιττός. Ο θεατής; Εμείς; Πώς πρέπει να το αντιμετωπίσουμε; Στην επόμενη ενότητα.
Είχαμε μείνει με το ερώτημα: ως θεατές πώς θα το
αντιμετωπίσουμε αυτό το κακό; Τι μπορούμε να πούμε; Κυρίως τι μπορούμε να πούμε
για τον θύτη. Η θέση της Χάνα Άρεντ είναι σκληρή –είναι πολύ σκληρή– και είναι
ίδια από την αρχή μέχρι το τέλος. Έχω εδώ δύο πολύ σκληρά χωρία: το 5 και το 6.
Θα τα σχολιάσω μαζί, αλλά θέλω να τα διαβάσουμε γιατί έχουν κάποιες πολύ ωραίες
διατυπώσεις:
5. «Υπάρχουν εγκλήματα που οι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε να
τιμωρήσουν, ούτε να συγχωρήσουν. Όταν το αδύνατο έγινε δυνατό [όταν δηλαδή η
ακραία μορφή του ολοκληρωτισμού –για την οποία μιλάγαμε νωρίτερα– έγινε
πραγματικότητα] τότε έγινε το μη-τιμωρήσιμο και το μη-συγχωρήσιμο
απόλυτο κακό, που δεν θα μπορούσε πλέον να κατανοηθεί και να
εξηγηθεί με βάση κακά κίνητρα. Όπως τα θύματα δεν είναι πλέον “ανθρώπινα” στα
μάτια των εκτελεστών τους, αυτό το [εντελώς] νέο είδος εγκληματιών ξεπερνά
τα όρια της αλληλεγγύης στην ανθρώπινη αμαρτωλή φύση [solidarity in
human sinfulness]» [17].
Φοβερή διατύπωση, κατά τη γνώμη μου. Ξεπερνά τα όρια της
αλληλεγγύης στην ανθρώπινη αμαρτωλή φύση. Θα επανέλθω στην τιμωρία και τη
συγχώρεση. Είναι και το επόμενο χωρίο όμοιο. Εδώ τι κρατάμε;
i.
Κρατάμε
πρώτον: δεν λύνουμε το πρόβλημα του κακού αναφερόμενοι στα κίνητρα
του δράστη. Αφήστε τα κίνητρα απ’ έξω. Δεν μπορείς να βρεις κανένα
κίνητρο που να οδηγεί απευθείας στο ριζικό κακό, όπως το περιγράψαμε.
Κανένα μίσος, καμία χαιρεκακία, καμία ηδονή, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι η
αιτία του ριζικού κακού. Ούτε καν –είπαμε– το κίνητρο της ωφελιμότητας ή της
αποτελεσματικότητας απ’ την πλευρά της ίδιας της εξουσίας, δηλαδή του
ολοκληρωτισμού. Να μην μιλάμε λοιπόν για κίνητρα.
ii.
Δεύτερον: υπάρχει
ένα όριο αλληλεγγύης στην ανθρώπινη αμαρτωλή φύση. Αντικαντιανή ιδέα. Θυμάστε στον Καντ; Όλοι έχουμε την ίδια αμαρτωλή
φύση, όλοι έχουμε τη ροπή προς το κακό. Εδώ η Χάνα Άρεντ λέει: “Όχι.
Κάποιοι άνθρωποι βρέθηκαν έξω απ’ αυτά τα όρια. Κάποιοι θύτες βρέθηκαν
έξω απ’ αυτά τα όρια. Δεν μπορώ να αισθανθώ αλληλέγγυος μαζί τους”. Προσοχή και
πάλι: όχι επειδή έχουν μια διαβολική φύση –όπως θα δούμε στη συνέχεια–, όχι
επειδή είναι έτσι φτιαγμένοι, όχι επειδή έχουν κάποια κίνητρα, αλλά επειδή βρέθηκαν
να είναι όργανα ενός συστήματος – εδώ του ολοκληρωτικού συστήματος.
Έρχομαι τώρα στο θέμα το πιο ενδιαφέρον: Η σχέση τιμωρίας
και συγχώρεσης. Επτά χρόνια αργότερα, στο επόμενο βιβλίο –το κλασικό της
βιβλίο– Η ανθρώπινη κατάσταση, η Χάνα Άρεντ γράφει (χωρίο 6):
6. «Αποτελεί δομικό στοιχείο του χώρου των ανθρώπινων υποθέσεων
ότι οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να συγχωρήσουν ό,τι δεν μπορούν να τιμωρήσουν
και είναι ανίκανοι να τιμωρήσουν ό,τι έχει αποδειχθεί ασυγχώρητο. Τούτο
συνιστά το αυθεντικό χαρακτηριστικό των αδικημάτων εκείνων τα οποία, από την
εποχή του Καντ, ονομάζουμε “ριζικό κακό”» [18].
Άρα, άμα ρωτήσουμε τη Χάνα Άρεντ τελικά: “Ποιο είναι το
ριζικό κακό;”· η απάντηση είναι αυτό το κακό που είναι ασυγχώρητο και άρα αδύνατο να τιμωρηθεί όπως του πρέπει.
Είναι το κακό έξω από τα όρια της αλληλεγγύης – προσοχή,
όχι προς το θύμα, προφανώς, αλλά προς τον θύτη. Πώς πρέπει να το καταλάβω: Η συγχώρεση
είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στη θεωρία της Χάνα Άρεντ. Θα πω δυο πράγματα
γιατί είναι σημαντικό για να το καταλάβουμε. Η Χάνα Άρεντ –είπαμε– πιστεύει ότι
η ανθρώπινη ιδιαιτερότητα συνίσταται στο ότι μπορούμε να εγκαινιάσουμε μια
σειρά πράξεων, οι οποίες δεν παράγονται από κανένα πρωτύτερο αίτιο, δεν μπορούν
να εξηγηθούν από τίποτα και δεν είναι καθόλου προβλέψιμες. Αυτό, ένας άλλος
τρόπος να το διατυπώσεις είναι να πεις ότι η γεννησιμότητα –όχι ο
θάνατος, όπως ήθελαν πολλοί στην ιστορία της φιλοσοφίας– είναι το κεντρικό
στοιχείο της ανθρώπινης ηθικής και πολιτικής ζωής.
Αλλά όχι μόνο αυτό. Στη Χάνα Άρεντ, τρόπον τινά, και τα αποτελέσματα
των ανθρώπινων πράξεων είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστούν. Και ο λόγος είναι
ότι οι ανθρώπινες πράξεις εμπλέκονται πάντα σε ένα πλέγμα σχέσεων. Δηλαδή, αυτό
που κάνω εγώ ο άλφα (Α) στον βήτα (Β), επηρεάζει τον βήτα (Β), επηρεάζει αυτό
που κάνει ο βήτα (Β) στον γάμα (Γ), ο γάμα (Γ) στον δέλτα (Δ), ο δέλτα (Δ) στον
έψιλον (Ε)... Υπάρχει μια απειρότητα του πλέγματος των ανθρώπινων
σχέσεων. Δεν μπορείς με κανέναν τρόπο να εντοπίσεις όλα τα αποτελέσματα,
τις συνεπαγωγές, τις συνέπειες των πράξεων σου.
Τρίτον: ο μόνος τρόπος να αποκαλυφθεί ένα υποκείμενο
μέσα στον κόσμο είναι να είναι πράττον, δηλαδή ο καθένας εμφανίζεται
μέσα από τις πράξεις του. Συνεπικουρικά βοηθάει προφανώς και η ομιλία
του, δηλαδή το πώς εξηγεί τις πράξεις αυτές, αλλά ερήμην των πράξεων δεν θα
είχε κανείς μία ταυτότητα μέσα στον πολιτικό χώρο.
Τι συμβαίνει τώρα σε ένα τέτοιο πλέγμα σχέσεων με τις
προϋποθέσεις που τόσο βιαστικά τώρα περιέγραψα; Συμβαίνουν δύο πράγματα.
Το ένα είναι το απρόβλεπτο των ανθρώπινων πράξεων.
Δηλαδή, δεν μπορώ με τίποτα να προβλέψω τι θα κάνω αύριο εγώ –όχι τι θα κάνεις
αύριο εσύ–, αλλά ποιος θα είμαι εγώ αύριο. Ποιες αποφάσεις θα πάρει η βούλησή
μου αύριο δεν περιορίζονται από αυτό που αποφασίζω σήμερα. Άρα, το βασικό
συστατικό του πράττοντος είναι η μη-προβλεψιμότητα. Προφανώς, αυτό ισχύει
σε πολλαπλάσιο βαθμό για τις πράξεις των άλλων.
Το δεύτερο είναι το αμετάκλητο των ανθρώπινων
πράξεων. Δηλαδή, άπαξ και κάνω κάτι –ακόμα και να το μετανιώσω–, δεν μπορώ
να το ‘ξεκάνω’, να κάνω σαν να μην έγινε. Λέει η Χάνα Άρεντ: «Όποιος
προσπαθήσει να αναιρέσει, να αφαιρέσει ή να διαγράψει αυτά τα δύο εγγενή
χαρακτηριστικά του πλέγματος των ανθρώπινων σχέσεων, αυτός στην ουσία ασκεί βία.
Μετατρέπει το πολιτικό σώμα σε μία κατασκευή που είναι τυραννική».
Έχουμε απλώς δύο γιατρικά, δύο φάρμακα που μπορούν να μειώσουν την
ασάφεια που δημιουργεί η μη-προβλεψιμότητα και τον τελεσίδικο χαρακτήρα που
δημιουργεί το αμετάκλητο. Για τη μη-προβλεψιμότητα το φάρμακο είναι η υπόσχεση.
Όπως λέει: «Οι υποσχέσεις είναι νησίδες προβλεψιμότητας στο μέλλον». Δεν θα
εξηγήσω παραπάνω, γιατί με ενδιαφέρει το άλλο: η συγχώρεση.
Τι κάνει η συγχώρεση; Η συγχώρεση είναι μια
διόρθωση. Προσοχή, προσοχή! Όχι αφαίρεση. Απλή διόρθωση, ελάφρυνση,
εξομάλυνση, μείωση του προβλήματος του αμετάκλητου. Και πώς το κάνει αυτό η
συγχώρεση.
Πρώτον το κάνει στη δημόσια σφαίρα: κανείς δεν
συγχωρεί τον εαυτό του. Αυτό, λέει η Χάνα Άρεντ, είναι φαρισαϊσμός, είναι ψέμα,
είναι μια υποκρισία,
θυμίζει Καντ.
Δεύτερον: η συγχώρεση είναι ένα δώρο. Έρχεται από
αυτόν που συγχωρεί. Δεν είναι μια αντίδραση της δικής μου δράσης, δεν είναι καν
κάτι αναμενόμενο, δεν είναι καν κάτι που δικαιούμαι. Είναι μια σκέτη δωρεά,
μια πρωτοβουλία του άλλου.
Τρίτον: η συγχώρεση, τρόπον τινά, απαλλάσσει τον
θύτη –και το θύμα, υπό μία έννοια– από τις πράξεις που έκανε. Τους δίνει
την ευκαιρία για μια νέα αρχή. Άρα, η συγχώρεση είναι για την Άρεντ κάτι
τρομακτικά σημαντικό στον χώρο των ανθρώπινων πράξεων [19].
Αυτήν τη συγχώρεση είναι που λέει πως δεν
δικαιούται σε καμία περίπτωση ο θύτης – αυτός του ριζικού κακού, ο θύτης του ναζισμού, του
ολοκληρωτισμού. Για αυτόν δεν υπάρχει καμία συγχώρεση. Σκληρή πρόταση.
Γιατί; Δεν υπάρχει καμία συγχώρεση γιατί... Θα το δούμε αργότερα.
Πριν δώσω αυτήν την απάντηση, όμως, να δούμε κάτι άλλο. Η
Άρεντ, στα δυο κειμενάκια που διάβασα τώρα (στα δύο αποσπάσματα), κάνει μια αντιστοίχιση
τιμωρίας και συγχώρεσης: ό,τι είναι ασυγχώρητο είναι ατιμώρητο, ό,τι
είναι ατιμώρητο είναι ασυγχώρητο. Δεν το αναλύει διεξοδικά, αλλά δεν είναι
προφανής –και θέλω αυτό να το σημειώσουμε– η αντιστοίχιση συγχώρεσης και
τιμωρίας. Να δώσω δυο-τρία επιχειρήματα. Η συγχώρεση –είπαμε– είναι μια διαπροσωπική
σχέση. Η τιμωρία είναι νομική σχέση – την επιβάλλει ένα νομικό
σύστημα, ενώ τη συγχώρηση –είπαμε– ποτέ το νομικό σύστημα δεν μπορεί να την
απαιτήσει. Δεύτερον, η τιμωρία έρχεται σε διαβαθμίσεις: χαμηλές
τιμωρίες, πιο σκληρές τιμωρίες, ακόμα πιο σκληρές τιμωρίες. Η συγχώρεση δεν
έρχεται σε διαβαθμίσεις· ή συγχωρείς ή δεν συγχωρείς. Τέλος, θα πρέπει να
σκεφτούμε περιπτώσεις, όπου η συγχώρεση δεν μπορεί να είναι πολιτική, ή,
όταν γίνεται πολιτική, χάνει πια την καθαρότητά της. Αναφέρομαι, ας πούμε,
στο παράδειγμα της αμνηστίας. Η αμνηστία είναι μια πολιτική συγχώρεση
σε μια ομάδα ανθρώπων. H αμνηστία όμως έχει πάντα και πολιτικά οφέλη:
γίνεται εν ονόματι, ας πούμε, της ενότητας ενός λαού. Άρα, δεν έχει τον τελείως
καθαρό, ας πούμε τελείως ανιδιοτελή, χαρακτήρα που η Χάνα Άρεντ θέλει να
αποδώσει στις συγχωρήσεις.
Άρα, να μην πάρουμε, να μην προσυπογράψουμε εύκολα (τέλος
πάντων, αυτό), να μην προσυπογράψουμε εύκολα την αντιστοίχιση συγχώρεσης και
τιμωρίας που μας ζητάει η Χάνα Άρεντ. Έχει μείνει μια εκκρεμότητα. Γιατί η
Χάνα Άρεντ τελικά δεν θέλει να δώσει συγχώρεση στους θύτες των ναζί; Θα το δούμε με βάση
το τελευταίο της βιβλίο.
Αλλά αυτά στην επόμενη ενότητα.
Έχουμε μείνει με ένα ερώτημα: Γιατί αυτοί οι θύτες
δεν δικαιούνται να δείξουμε αλληλεγγύη απέναντί τους, αλληλεγγύη στην
ανθρώπινη αμαρτία, αμαρτωλή φύση; Γιατί δεν δικαιούνται συγχώρεση;
Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα έρχονται στο πιο γνωστό –όχι στο πιο
σπουδαίο– στο πιο γνωστό βιβλίο της Χάνα Άρεντ που είναι [για τη] Δίκη του Άιχμαν.
Η Χάνα Άρεντ, ως απεσταλμένη του New Yorker, ήταν στη
δίκη του Άιχμαν. Ο Άιχμαν,
θυμίζω είναι ο συντελεστής της “Τελικής λύσης του εβραϊκού ζητήματος”,
αξιωματικός του Χίτλερ, υψηλόβαθμος, είχε καταφύγει στην Αργεντινή, η Μοσάντ
τον απήγαγε από την Αργεντινή και τον πήγε στην Ιερουσαλήμ όπου και δικάστηκε.
Υπήρχε ένα ερώτημα, ήδη τότε, κατά πόσον δικαιούνται οι ίδιοι οι Ισραηλίτες να
δικάσουν τον Άιχμαν – και μάλιστα μετά από μια απαγωγή. Η δίκη έγινε και η Χάνα
Άρεντ ήταν ανταποκρίτρια κι έστελνε, εβδομαδιαία, τις ανταποκρίσεις της.
Μάλιστα, σχεδόν είναι… τι να πω… τραγικό; Κωμικοτραγικό; Άμα ανοίξετε το
περιοδικό εκείνης της εποχής θα βρείτε ότι αυτά τα κείμενα της Χάνα Άρεντ, τα
τόσο σκληρά για τα εγκλήματα πολέμου, έχουν δεξιά κι αριστερά διαφημίσεις από
σαπούνια, από τσιγάρα… μπορείτε να το βρείτε στο διαδίκτυο εύκολα [I, II, III, IV, V].
Ο υπότιτλος αυτού του βιβλίου [Eichmann in Jerusalem] είναι το σκάνδαλο του βιβλίου.
Ο υπότιτλος είναι: Η κοινοτοπία του κακού. Με το που διάβασε η
εβραϊκή κοινότητα της εποχής ότι αυτό που συνέβη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
είναι κοινότοπο (The banality of evil), τρελάθηκε.
Τα γράμματα που στάλθηκαν στη Χάνα Άρεντ ήτανε εκατοντάδες, χιλιάδες. Την
απειλούσαν για τη ζωή της, τη μέμφονταν ότι μισεί τους Εβραίους, ότι έχει
πρόβλημα, ότι..., ότι..., ότι..., ότι… τα πάντα... ότι αθωώνει τους ναζί, ότι ποινικοποιεί,
ενοχοποιεί τους ίδιους τους Εβραίους· της έγραψαν απίθανα, απίθανα πράγματα.
Η αλήθεια είναι ότι ο τίτλος είναι προκλητικός. Η λέξη “κοινοτοπία”
(του κακού) εμφανίζεται άπαξ μέσα στο βιβλίο, στις τελευταίες του σελίδες·
δεν είχε θεματοποιηθεί από τη Χάνα Άρεντ και δεν είχαν δοθεί πιθανώς
και οι αναγκαίες εξηγήσεις. Πού είναι οι αναγκαίες εξηγήσεις; Μπροστά μας.
Διαβάζω:
«Η γνώμη µου τώρα είναι ότι το κακό δεν
είναι ποτέ “ριζικό”, είναι απλώς ακραίο. Δεν κατέχει ούτε
βάθος ούτε κάποια δαιμονική διάσταση. Μπορεί να φυτρώσει και να ερημώσει
όλο τον κόσμο γιατί εξαπλώνεται σαν μανιτάρι στην επιφάνεια. Αυτή είναι η
κοινοτοπία του κακού. Μόνο το καλό έχει βάθος και μπορεί να είναι ριζικό» [20].
«Το πρόβλημα µε τον Άιχμαν ήταν
ότι ακριβώς τόσοι πολλοί ήταν σαν αυτόν και ότι αυτοί οι πολλοί δεν ήταν ούτε
διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, ότι ήταν, και ακόμα είναι, φοβερά και
τρομερά φυσιολογικοί [normal] άνθρωποι. [...] Πάνω από όλα, αυτό που
ήταν υπό διακύβευση στη δίκη του Άιχμαν ήταν ο ισχυρισμός, τρέχων σε όλα τα
σύγχρονα συστήματα δικαίου, ότι η πρόθεση να κάνεις κακό είναι
απαραίτητη για την επιτέλεση ενός εγκλήματος» [21].
Πολύ όμορφο κείμενο. Αυτή η παρομοίωση με το μανιτάρι είναι
συγκλονιστική.
Η κοινοτοπία του κακού δεν σημαίνει ότι το κακό είναι
συνηθισμένο·δεν σημαίνει ότι όλοι μας είμαστε εν δυνάμει ένας Άιχμαν, ένας
σαδιστής των ναζί ή
των Ες–Ες ή οτιδήποτε άλλο· αλλά δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί είχαν και κάποια δαιμονική
φύση. Μην ψάχνεις, λέει λίγο πιο κάτω, στα κίνητρα. Μην ψάχνεις στα κίνητρα
των ανθρώπων. Πρέπει να φύγει από το μυαλό μας η ιδέα ότι για να βρούμε
ποιος είναι ο ριζικά κακός πρέπει να βρούμε τα κίνητρά του, λες και υπάρχει μια
κατηγορία κινήτρων εκεί μέσα, ένα ψυχικό πράγμα. Μα, κινδυνεύει, λέει η Χάνα
Άρεντ, όποιος ακολουθεί αυτή την τακτική του ψυχολογισμού, ο
οποίος επικαλείται την ψυχανάλυση, όποιος..., όποιος..., όποιος..., κινδυνεύει,
στην ουσία, να απενοχοποιήσει αυτούς τους ανθρώπους. “Κοινοτοπία του
κακού” σημαίνει απλώς ότι το κακό είναι ρηχό.
Τι σημαίνει ρηχό; Σημαίνει: όχι, κύριε Καντ, μην ψάχνεις μια ροπή προς
το κακό εγγενή στην ανθρώπινη φύση· όχι, μην ψάχνεις, Ρουσσώ, έναν τρόπο με τον οποίο
το κακό εμφανίζεται στην ανθρώπινη Ιστορία. Δεν υπάρχει τίποτα βαθύ, τίποτα
αναπόφευκτο στην εμφάνιση του κακού, γιατί η εμφάνιση του κακού είναι,
τελικά, κάτι πολύ εύκολο, είναι κάτι πολύ ρηχό. Ξεπροβάλλει το κακό
–και μάλιστα το ριζικό κακό, όπως το περιγράψαμε τόση ώρα– σαν μανιτάρι,
γίνεται στην επιφάνεια, προκύπτει, θέλει να πει, πολύ εύκολα εκεί που δεν το
περιμένεις. Το ριζικό κακό μπορεί να προκύψει μέσα στην
καθημερινότητα εάν υπάρχει τι; Αυτό δεν μας το έχει πει ακόμα.
Ποιο είναι αυτό που κάνει το κακό να ξεπροβάλλει στην
καθημερινότητα; Απάντηση της Χάνα Άρεντ:
«Απλή κατοχή από έλλειψη σκέψης [ = thoughtlessness
(δεν μπόρεσα να το μεταφράσω καλύτερα αυτό): το να είσαι βουτηγμένος στην
έλλειψη σκέψης]. Αυτή είναι κοινότοπη [banal], ακόμα και
αστεία. Αλλά αυτή η απόσταση από την πραγματικότητα και αυτή η κατοχή
από έλλειψη σκέψης μπορούν να προκαλέσουν μεγαλύτερη καταστροφή από όλα τα
κακά ένστικτα μαζί» [22].
Θα μου πείτε: τόσες εκατοντάδες σελίδες για να μας πει,
τελικά, ότι το πρόβλημα του κακού είναι έλλειψη σκέψης; Τι σημαίνει ‘“έλλειψη
σκέψης” στη Χάνα Άρεντ;
“Έλλειψη σκέψης” στη Χάνα Άρεντ σημαίνει: έλλειψη κριτικής
ικανότητας. Τι είναι η “κριτική ικανότητα”; “Κριτική ικανότητα”
είναι να μπορείς να καταλαβαίνεις τα συμβάντα στον πολιτικό και στον
ηθικό κόσμο σαν μοναδικά, και να τα κρίνεις προσπαθώντας να δεις ποιοι κανόνες,
πιθανόν, εφαρμόζονται σ’ αυτά, ή ποιους νέους κανόνες πρέπει να
χρησιμοποιήσεις, και κάθε φορά έχεις την ευθύνη της κρίσης. Δεν υπάρχει
δηλαδή κανένας κανόνας εξωτερικός, καθολικός, έτοιμος, ο οποίος να
μπορεί να καθοδηγήσει με ασφάλεια τους ανθρώπους στο καλό. Κάθε φορά που
θεωρούν ότι υπάρχουν κάποιοι τυποποιημένοι
κανόνες, κάποιες εντολές, τρόπον τινά, που αν απλώς τις ακολουθήσεις τότε αποενοχοποιείσαι
για τις πράξεις σου, κάνεις λάθος. Αυτό είναι το ριζικό κακό.
Ποια ιδέα δηλαδή; Η ιδέα του Άιχμαν που έλεγε:
– «Ε, παιδιά… εγώ ό,τι έλεγε ο Χίτλερ… εγώ δεν φταίω… εγώ δεν
πήρα καμιά απόφαση… εγώ ένας στρατιώτης ήμουνα, ένας υψηλός αξιωματούχος... Δεν
μισούσα τους Εβραίους... Καθόλου δεν μισούσα τους Εβραίους. Εγώ εκτελούσα τις
εντολές με τον καλύτερο δυνατό τρόπο... Εντολές εκτελούσα ο άνθρωπος, τι
έκανα;... Εντολές...
– Δεν έκρινες τις εντολές;
– Όχι, δεν έκρινα· εγώ ήμουνα διαμεσολαβητής».
Αυτή ακριβώς η σκέψη, ότι υπάρχει η ελευθερία να μην
κρίνεις αλλά να πάρεις μια εντολή κι απλώς να την εφαρμόσεις, εκεί είναι η ρίζα
του κακού, αυτό ονομάζει κατοχή έλλειψης κριτικής ικανότητας
(thoughtlessness) η Χάνα Άρεντ. Και το παρατηρεί στην
ιδιοσυγκρασία του Άιχμαν, ο οποίος συνεχώς επικαλείται διάφορα κλισέ, ας
πούμε, σε σχέση με την εξουσία, με την αλυσίδα της εξουσίας κ.ο.κ. για να
δικαιολογήσει τον εαυτό του και να απενοχοποιηθεί για τις πράξεις του. Ο ίδιος
ο Άιχμαν, μάλιστα, έχει μάθει και την κατηγορική προσταγή του Καντ –όπως κάθε καλός Γερμανός την
ξέρει– και θυμάται εκεί που λέει ότι, για τον καθολικό νομοθέτη, λέει
κάπου ο Καντ: πρέπει να πράττεις σαν να ήσουνα καθολικός νομοθέτης.
Απλώς ο Καντ έλεγε να είσαι καθολικός νομοθέτης· εσύ ο ίδιος, λέει, να
αποφασίζεις. Ενώ ο Άιχμαν κατάλαβε –ή ήθελε να καταλάβει– ότι έπρεπε απλώς να υπακούς σ’ αυτά που λέει κάποιος άλλος ο
οποίος έχει τον ρόλο του νομοθέτη.
Δηλαδή το ριζικό κακό, τελικά, δεν είναι τίποτα άλλο –στη
Χάνα Άρεντ– παρά μία μεταβίβαση της ευθύνης,
μία μεταβίβαση της κριτικής ικανότητας. [23].
Η κριτική ικανότητα δεν είναι δικαίωμα, είναι υποχρέωση, στη Χάνα Άρεντ. Αυτό
το πράγμα, όταν τύχει, για διάφορους λόγους, να ευνοήσουν οι πολιτικές συνθήκες
–όπως στον ολοκληρωτισμό–, η έλλειψη σκέψης
μαζί με τον ολοκληρωτισμό είναι η ρίζα του κακού στη Χάνα Άρεντ· ούτε μόνο
το ένα θα μπορούσε, ούτε μόνο το άλλο θα μπορούσε να παραγάγει το ριζικό κακό.
Άρα, ο Άιχμαν δεν ήταν κάποιος διάβολος.
Μάλιστα, είναι αστείο. Ο Άιχμαν λέει: «Έχω κάνει δυο–τρία σφάλματα στη ζωή μου·
το παραδέχομαι. Βοήθησα δυο–τρεις φορές Εβραίους γιατί ήταν φιλικά πρόσωπα».
Εννοεί ότι δυο–τρεις φορές παράκουσε τις εντολές των ανωτέρων, κι αυτό
καταλαβαίνει ο ίδιος ότι είναι ηθικό σφάλμα· δεν καταλαβαίνει ότι το “απλώς να
υπακούς” στις εντολές των ανωτέρων είναι το ηθικό σφάλμα.
Άρα, η Χάνα Άρεντ θέλει, στην ουσία, να μεταφέρει σ’ αυτό το
βιβλίο (στην Κοινοτοπία του κακού), όλη την ευθύνη πάνω στην
ικανότητα του κρίνειν. Και πολύ συχνά κατηγορεί και την ίδια τη
φιλοσοφία για μια τάση να φτιάχνει καθολικές αλήθειες ή να δημιουργεί ιδεατούς
κόσμους, μειώνοντας την έμφασή της –της φιλοσοφίας την έμφαση– στην κριτική
ικανότητα των ανθρώπων. Μόνο τρεις φιλόσοφοι (στο μυαλό της Χάνα Άρεντ),
στην Ιστορία της δυτικής σκέψης τουλάχιστον, έδωσαν το βάρος στην κριτική
ικανότητα: ο Σωκράτης, ο Καντ κι ο δάσκαλός της Καρλ Γιάσπερς [Karl Jaspers]·
κανείς άλλος.
Έχουμε μείνει με ένα ερώτημα: Γιατί δεν δικαιούται ο Άιχμαν
συγχώρηση; Γιατί δεν δικαιούται την αλληλεγγύη μας; Η απάντηση της
Χάνα Άρεντ έχει ως εξής:
«Κανείς, κανένα μέλος της ανθρώπινης
φυλής, δεν μπορούμε να αναμένουμε ότι θα θέλει να μοιραστεί τη γη μαζί σου.
Αυτός είναι ο λόγος, ο μόνος λόγος, που πρέπει να κρεμαστείς» [24].
«Το έλεος [mercy] ήταν
αποκλεισμένο, όχι για δικαστικούς λόγους. Η πράξη του ελέους δεν συγχωρεί τον
φόνο αλλά δίνει χάρη [pardon] στον φονιά στο μέτρο που, ως
πρόσωπο, ίσως είναι κάτι παραπάνω από όσα έπραξε. Αυτό δεν ήταν αλήθεια για
τον Άιχμαν» [25].
Δεν θα σχολιάσω την πρόταση αυτή της Χάνα Άρεντ.
Καταλαβαίνουμε τι θέλει να πει. Ότι, ενώ η ίδια πιστεύει ότι βασικό συστατικό
της ανθρώπινης συνθήκης είναι η ικανότητά μου να εγκαινιάζω καινούργιες
πράξεις, υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της ανθρωπότητας που το θύμα ή
και ο θύτης βρίσκονται έξω απ’ την ανθρώπινη συνθήκη [26].
Όπως, τρόπον τινά, ο ολοκληρωτισμός παρήγαγε πτώματα, όπως δηλαδή ο
ολοκληρωτισμός είχε καταστρέψει, όπως είδαμε προηγουμένως, την ανθρώπινη φύση,
την ανθρώπινη ουσία στα θύματα, αυτό –θεωρεί η Χάνα Άρεντ– ότι συνέβη και στους
θύτες.
Η θέση είναι σκληρή, και διστάζω να την προσυπογράψω· καταλαβαίνουμε όμως τη φιλοσοφική βαρύτητα που έχει –και αυτό είναι επαρκές.
[1] The Human Condition, University of Chicago Press, Σικάγο - Λονδίνο, 1958.
[2] Μετάφραση:
Πέτρος Γεωργίου, Εισαγωγή: Margaret Canovan, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2020.
[3] The Origins of Totalitarianism, Schocken Books, 1951.
[4] Το κακό δεν είναι ζήτημα ατομικής ευθύνης, αλλά πηγάζει από ένα πολιτικό σύστημα [Q5.1.1].
[5] Hanah Arendt, The Origins of Totalitarianism, Harcourt, San
Diego – New York – London, 1951, σελ. vii.
[6] Έχουμε δηλαδή μία τελεολογία.
[7] H. Arendt,
The Origins of Totalitarianism, σελ. 442-443.
[8] H. Arendt,
The Origins of Totalitarianism, σελ. 447.
[9] H. Arendt,
The Origins of Totalitarianism, σελ. 451.
[10] Δεν
υπάρχουν διαβολικοί άνθρωποι στον Καντ.
[11] Αναφέρεται στο παράδειγμα της Ελληνίδας μάνας
που δίνει η Άρεντ.
[12] H. Arendt,
The Origins of Totalitarianism, σελ. 453.
[13] H. Arendt,
The Origins of Totalitarianism, σελ. 459.
[14] H. Arendt,
The Origins of Totalitarianism, σελ. viii.
[15] H. Arendt,
The Origins of Totalitarianism, σελ. 459.
[16]
[17] H. Arendt,
The Origins of Totalitarianism, σελ. 459.
[18] Hannah Arendt,
The Human Condition, The University of Chicago Press, Chicago, 1958, σελ, 241. [Η ανθρώπινη κατάσταση, µτφρ. Σ.
Ροζάνης - Γ. Λυκιαρδόπουλος, Γνώση, Αθήνα, 1986.
[19] Η συγχώρεση λειτουργεί διορθωτικά ή καταπραϋντικά ως προς το αμετάκλητο των ανθρώπινων πράξεων [Q5.1.3].
[20] Hannah Arendt,
The Jewish Writings, επιμ. Jerome Kohn, Schocken Books, New York, 2007, σελ. 471.
[21] Hannah Arendt, Eichmann in Jerusalem:
A Report on the Banality of Evil, Viking Press, New York, 21965/1963,
σελ. 277.
[22] H. Arendt,
Eichmann in Jerusalem, σελ. 287-288
[23] Το ριζικό κακό δεν ριζώνει στον ανθρώπινο εγωισμό και την έλλειψη ενσυναίσθησης [Q5.1.4].
[24] H. Arendt,
Eichmann in Jerusalem, σελ. 279.
[25] H. Arendt,
The Jewish Writings, σελ. 470.
[26] Δεν υπάρχει πάντα το περιθώριο για έλεος ασχέτως του ποιος είναι ο θύτης [Q5.1.4].

