Σχόλια του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου στο Ιώβ 19, 25-27

«Οἶδα γὰρ ὅτι ἀένναός ἐστιν ὁ ἐκλύειν με μέλλων ἐπὶ γῆς, ἀναστήσει δὲ τὸ δέρμα μου τὸ ἀναντλοῦν ταῦτα· παρὰ γὰρ Κυρίου ταῦτά μοι συνετελέσθη, ἃ ἐγὼ ἐμαυτῷ συνεπίσταμαι, ἃ ὁ ὀφθαλμός μου ἑώρακε καὶ οὐκ ἄλλος, πάντα δέ μοι συντετέλεσθαι ἐν κόλπῳ».

«Μα όχι! Ξέρω πως ζει ο Θεός, ο υπερασπιστής μου, και πως θα πει τον τελευταίο λόγο εδώ στη γη. Τώρα που ’χει κουρελιαστεί το δέρμα μου και σάρκα δεν υπάρχει πια πάνω στα κόκαλά μου, τώρα θέλω να δω το Θεό. Τώρα, και με τα ίδια μου τα μάτια θέλω να τον δω, αυτόν τον ίδιο κι όχι άλλον, ξένο. Τα σωθικά μου λιώνουν, μ’ ετούτη τη λαχτάρα».

👉 Ιώβ, 19, 25-27.

Gustave Doré (1891) La Grande Bible de Tours
Job's three friends come to see him in bis affliction

Στις 6 Μαΐου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του δικαίου Ιώβ, ενός προσώπου που υπήρξε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα καρτερίας και εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνη του Θεού σε ολόκληρη τη Γραφή. [...]

Οι τρεις φίλοι του, οι οποίοι έρχονται να σταθούν δίπλα του στη συμφορά που τον βρήκε· κλαίνε, θρηνούν μαζί του και κάθονται σιωπηλοί κοντά του, καθώς ο πόνος του είναι τρομερός (211–13). Αλλά είναι άνθρωποι, και όσο περισσότερο ο Ιώβ επιμένει ότι δεν έκανε τίποτε κακό (και πράγματι δεν έκανε), τόσο περισσότερο ο καθένας τους οχυρώνεται στη θέση του και αντιδρά, κατηγορώντας ολοένα και περισσότερο τον ίδιο ως υπεύθυνο για όσα του έχουν συμβεί. Όλοι οι φίλοι του παραμένουν προσηλωμένοι σε μια μηχανιστική κοσμοθεωρία: όσοι ενεργούν δίκαια μπορούν να αναμένουν καλά αποτελέσματα, ενώ όσοι δεν ενεργούν δίκαια αναμένουν αναγκαστικά συμφορά. Αυτή η ιδεολογία οδηγεί τους τρεις φίλους του Ιώβ να υποστηρίζουν ότι τα παθήματά του οφείλονται σε κάποια αμαρτία του και ότι, αν απλώς την παραδεχόταν, αν την ομολογούσε και μετανοούσε, όλα θα αποκαθίσταντο (π.χ. 4:7–11· 8:2–7, 2022· 15:17–25· 18:5–21). [...]

Ακόμα και στο έσχατο σημείο της απελπισίας ο Ιώβ δεν παύει να προσβλέπει στην ώρα που θα εμφανιστεί εκείνος που θα τον λυτρώσει. Σ’ αυτή την κατάσταση της απόλυτης απόγνωσης ο θρήνος μετατρέπεται σε διακήρυξη: «Οἶδα γὰρ ὅτι ἀένναός ἐστιν ὁ ἐκλύειν με μέλλων ἐπὶ γῆς». [...]

Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται το παράδοξο, αλλά ταυτόχρονα και το θαυμαστό, σημείο της πίστης του Ιώβ· εγκαταλελειμμένος από φίλους και οικογένεια, στρέφεται στη μοναδική πηγή βοήθειας που πιστεύει ότι μπορεί να του προσφέρει λύση· στρέφεται προς τον Θεό που μόλις λίγους στίχους παραπάνω κατηγορούσε ότι έχει στραφεί εναντίον του. Ο Ιώβ, παρά τον θρήνο του, παρά την αδυναμία του να εξηγήσει την αιτία της συμφοράς του, αρνείται τελικά να εγκαταλείψει τον Θεό: «Το σώμα μου που τόσο βασανίζεται, αυτός θα τ' αναστήσει, γιατί από τον Κύριο προέρχονται αυτά που μου συνέβησαν». Αυτή την κραυγή του Ιώβ άκουσαν οι χριστιανοί όλων των εποχών ως μαρτυρία για την ανάσταση του Χριστού και, κατά συνέπεια, της ανάστασης όλων των ανθρώπων. Για χιλιετίες, μέσα από την προσευχή, το κήρυγμα και τη υμνολογία, η Εκκλησία διακηρύσσει ότι αυτός ο Λυτρωτής, που ο Ιώβ διακηρύσσει ότι είναι αιώνιος, είναι ο Ιησούς ο Χριστός. [...]

👉 Από το άρθρο του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου (2026): «Από την απελπισία στην ελπίδα. Σχόλια στο Ιώβ 19:25-27, με αφορμή την ημέρα της μνήμης του δικαίου Ιώβ (6 Μαΐου)» (με προσαρμογές στο κείμενο από τον συντάκτη του ιστολογίου).