Ἡ μεσότης καὶ τὰ γεγυμνασμένα αἰσθητήρια διὰ τὴν ἕξιν
Ο καλός άνθρωπος, για τον Αριστοτέλη, είναι εκείνος που μπορεί σε κάθε περίπτωση, σε κάθε συνθήκη, που είναι διαφορετική από τις προηγούμενες, να βρίσκεται στη μεσότητα σε όλες τις παραμέτρους (να αισθάνεται και να πράττει αυτό που πρέπει, όταν πρέπει, απέναντι σε αυτόν που πρέπει). Κάθε φορά που το κάνει αυτό, βρίσκεται σε μια μεσότητα∙ κάθε φορά που το κάνει αυτό, αποφεύγει και την υπερβολή αλλά και την έλλειψη. Με άλλα λόγια, καταφέρνει να βρει τον στόχο (τελεολογία). Στα Ηθικά Νικομάχεια λέει ότι είναι ο καλός άνθρωπος εκείνος που, όπως ο τοξοβόλος, επιτυγχάνει τον στόχο του - δηλαδή το κέντρο. Ο στόχος είναι να πετύχει ακριβώς στο κέντρο. Κατά αντίστοιχο τρόπο και στην ηθική ο στόχος είναι η τελειότητα. Όλο αυτό είναι μια δεξιότητα, ένα σύνολο δεξιοτήτων, οι οποίες δουλεύονται στα πρώτα χρονιά της ζωής μας και οι οποίες μας ετοιμάζουν να πράξουμε στην κατάλληλη συνθήκη. Αυτό μοιάζει με μια τέχνη, πχ. με τον καλό τεχνίτη: Το κρεβάτι που φτιάχνει πρέπει να κρατήσει μέσα στον χρόνο, να είναι γερό κλπ. Αυτό που κάνει ο κάλος τεχνίτης είναι να δουλεύει αυτά τα πράγματα. Ο καλός άνθρωπος μοιάζει από μιαν άποψη με τον καλό τεχνίτη. Κάθε στιγμή της ζωής που πάει να κάνει κάτι, αυτό που καλείται να κάνει είναι να δημιουργήσει με έναν τρόπο την κατάλληλη απόκριση σε αυτό που συμβαίνει. Για να το κάνει αυτό, πρέπει ταυτόχρονα να κρατεί πάρα πολλά πράγματα στο μυαλό του και να μπορεί να ανταποκριθεί σε ό,τι χρειαστεί όπως χρειαστεί. Πρέπει με έναν τρόπο να είναι ανοιχτός σε αυτό που του συμβαίνει και να μπορεί να “διαβάσει” κάθε φορά τη συγκεκριμένη κατάσταση όπως αυτή έχει.
Στην παράδοση του ανατολικού, ελληνόφωνου χριστιανισμού, συναντάμε μια παρόμοια με του Αριστοτέλη, mutatis mutandis, αντίληψη στον πλαίσιο του ηθικού (αλλά και του γνωσιολογικού) στοχασμού. Σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, «τελείων δέ ἐστιν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυμνασμένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ» [Προς Εβραίους επιστολή, 5, 14]. Ο δε Γρηγόριος Νύσσης, τρεις περίπου αιώνες αργότερα, επαναλαμβάνει αυτή την αντίληψη: «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, οἳ διὰ τὴν τῶν ἀγαθῶν διδαγμάτων ἕξιν γεγυμνασμένα ἔχοντες τὰ τῆς ψυχῆς αἰσθητήρια τοῦ ἄρτου τῆς σοφίας εὐπαράδεκτοι γίνονται τῆς λεπτοποιούσης ἐν τοῖς ὀδοῦσι τῶν λογισμῶν σιαγόνος εἰς τροφὴν προσδεόμενοι» [Εξήγησις εις το Άσμα Ασμάτων, Jacques Paul Migne, Patrologiae cursus completus, Series Graeca, τ. 44, Παρίσι, 1863, σελ. 1061]. Τα χωρία αυτά περιγράφουν τον γυμνασμένο αισθητηριακά άνθρωπο, τον άνθρωπο δηλαδή που ασκεί μέσω της έξεως την ηθική του ευαισθησία και δεν μένει αδιάφορος ή ασυγκίνητος ενώπιον της πραγματικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, με ασκητική εγρήγορση και καλλιέργεια της κριτικής του ικανότητας, ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει κάθε φορά το καλό από το κακό και να πράττει αναλόγως. Ο Οδυσσέας Ελύτης, στο ίδιο πολιτισμικό κλίμα και στο ίδιο μήκος κύματος, επισημαίνει στην Ιδιωτική Οδό [Εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 1990, σελ. 30] κάτι το παρόμοιο, που αφορά στη δική του τέχνη, αλλά αξίζει να αναφερθεί εδώ εν είδει κατακλείδας: «Ή παραμένεις με τις πέντε σου αισθήσεις αγύμναστες και τον ψυχικό σου κόσμο εκτεθειμένο σε συμβάντα επιφανείας που απλώς καταγράφεις […] ή αποδέχεσαι, κατ’ αρχήν, την ύπαρξη μυστηρίου, οπόταν θέτεις υπό αμφισβήτηση τα εξαγόμενα κάθε πρωτοβάθμιας εμπειρίας και εισχωρείς με μια βαθιά τομή στην πραγματικότητα, επιδιώκοντας ν’ ανασυνθέσεις το φαινόμενο της ζωής βάσει των στοιχείων που σου προσκομίζουν, η αποδεσμευμένη από κάθε προκατάληψη σκέψη, αφ’ ενός και αφ’ ετέρου, οι ασκημένες, όπως ένα λαγωνικό, αισθήσεις […]».