Ο π. Ν. Λουδοβίκος σχολιάζει χωρία από τον Μάξιμο τον Ομολογητή

  • Β΄, 1 [PG 90, 1223] «Διά τήν ἀλήθειάν ἐστιν ἡ ἀρετή, ἀλλ᾿ οὐ διά τήν ἀρετήν ἡ ἀλήθεια». Η αρετή είναι για την αλήθεια και οχι ή αλήθεια για την αρετή.
  • Γ΄, 14 [PG, 90, 1265] «Ὁ οἰόμενος ἑαυτόν κατειληφέναι τό τέλος τῆς ἀρετῆς, οὐδαμῶς ζητήσει λοιπόν τήν πηγαίαν τῶν καλῶν αἰτίαν, ἑαυτῶ μόνῳ περιγράψας τήν τῆς ἐφέσεως δύναμιν, καί αὐτόν τῆς σωτηρίας τόν ὅρον ὑφ᾿ ἑαυτοῦ, φημί δέ τόν Θεόν, ζημιούμενος. Ὁ δέ τῆς ἑαυτοῦ περί τά καλά φυσικῆς συναισθόμενος πενίας, οὐ παύεται προτροπάδην τρέχων πρός τόν δοῦναι δυνάμενον τῆς ἐνδείας τήν πλήρωσιν». Εκείνος που νομίζει ότι έφτασε στο άκρο της αρετής, δεν θα ζητήσει διόλου πλέον την πηγαία αιτία που παρέχει τα καλά, γιατί περιόρισε τη δύναμη τής επιθυμίας στον εαυτό του μόνο, και τον όρο της σωτηρίας του, εννοώ τον Θεό, τον χάνει από τον εαυτό του. Εκείνος όμως που συναισθάνεται τη φυσική φτώχεια του στα καλά, δε σταματά να τρέχει βιαστικά προς Εκείνον που μπορεί να αναπληρώσει τις ελλείψεις του.
  • Γ΄, 15 [PG, 90, 1265] «Ὁ τήν ἀπειρίαν τῆς ἀρετῆς διαγνούς, οὐδέποτε τοῦ κατ᾿ αὐτήν παύεται δρόμου, ἵνα μή ζημιωθῇ αὐτήν τῆς ἀρετῆς τήν ἀρχήν καί τό τέλος, τόν Θεόν λέγω, περί ἑαυτόν στήσας τήν κίνησιν τῆς ἐφέσεως· καί λάθῃ νομίζων ἐπειλῆφθαι τῆς τελειότητος, ὑπομένων τοῦ ἀληθῶς ὄντος τήν ἔκπτωσιν, πρός ὅπερ ἐπείγεται πᾶσα σπουδαίου κίνησις». Εκείνος που κατάλαβε ότι η αρετή είναι απεριόριστη, δεν παύει ποτέ να τρέχει προς αυτή, πρώτα για να μη χάσει την αρχή και το τέλος της αρετής, δηλαδή τον Θεό, περιορίζοντας την κίνηση της επιθυμίας του γύρω από τον εαυτό του, και δεύτερο, μην τυχόν, χωρίς να το αντιληφθεί, νομίσει ότι έφτασε στην τελειότητα και ξεπέσει από το αληθώς Ον, προς το Οποίο βιάζεται να φτάσει κάθε αγωνιστής.
  • Γ΄, 16 [PG, 90, 1265] «Γίνεται δικαίως ἐπί τόν ὑψηλόφρονα νοῦν ὀργή· τουτέστιν, ἐγκατάλειψις, καθά εἴρηται· ἤγουν ἡ τοῦ διοχληθῆναι αὐτόν κατά τε τήν πρᾶξιν, κατά τε τήν θεωρίαν ὑπό δαιμόνων συγχώρησις· ἵνα λάβῃ, τῆς μέν ἑαυτοῦ φυσικῆς ἀσθενείας, συναίσθησιν· τῆς δέ σκεπούσης αὐτόν, καί τό πᾶν κατορθούσης τῶν ἀγαθῶν θείας δυνάμεώς τε καί χάριτος, τήν ἐπίγνωσιν· καί ταπεινωθῇ, πόῤῥω παντελῶς ἑαυτοῦ τό ἀλλότριον καί παρά φύσιν ὕψος ποιούμενος· ὥστε μή ἐπελθεῖν ἐπ᾿ αὐτόν τήν ἄλλην ὀργήν, τῆς τῶν δοθέντων χαρισμάτων ἀφαιρέσεως, ταπεινωθέντα καί γενόμενον τῆς τοῦ παρέχοντος τά καλά συναισθήσεως». Στον νου που υψηλοφρονεί, δίκαια επέρχεται οργή, δηλαδή εγκατάλειψη, όπως ειπώθηκε· παραχώρηση δηλαδή να ενοχλείται από τους δαίμονες κατά τη θεωρία, για να συναισθανθεί την φυσική ασθένειά του και να γνωρίσει καλά τη θεία δύναμη και χάρη που τον σκεπάζει και κατορθώνει κάθε αγαθό, και τέλος να ταπεινωθεί και να απομακρύνει εντελώς το αλλόκοτο και πάρα φύση υπερήφανο φρόνημα, ώστε να μην επέλθει σ' αυτόν η άλλη οργή, η αφαίρεση δηλαδή των χαρισμάτων που του δόθηκαν, αφού θα έχει ταπεινωθεί και θα έχει έρθει σε συναίσθηση Εκείνου που χορηγεί τα καλά.
  • Γ΄, 17 [PG, 90, 1267] «Ὁ μή σωφρονισθείς τῷ πρώτῳ εἴδει τῆς ὀργῆς, ἤγουν ἐγκαταλείψεως, ἐλθεῖν πρός ταπείνωσιν, ἡγησάμενος αὐτήν τῆς καλῆς ἐπιγνωμοσύνης διδάσκαλον, τήν ἄλλην δέχεται σαφῶς ἐπ᾿ αὐτόν ἐρχομένην ὀργήν, ἀφαιρουμένην αὐτοῦ τήν τῶν χαρισμάτων ἐνέργειαν, καί ἔρημον αὐτόν καθιστῶσαν τῆς τέως φρουρούσης δυνάμεως. Ἀφελῶ γάρ, φησί, τόν φραγμόν αὐτοῦ, περί τοῦ ἀγνώμονος Ἰσραήλ ὁ Θεός λέγων, καί ἔσται εἰς διαρπαγήν· καί καθελῶ τόν τοῖχον αὐτοῦ, καί ἔσται εἰς καταπάτημα· καί ἀνήσω τόν ἀμπελῶνά μου, καί οὐ μή τμηθῇ, οὐδέ μή σκαφῇ· καί ἀναβήσεται εἰς αὐτόν ὡς εἰς χέρσον ἄκανθα, καί ταῖς νεφέλαις ἐντελοῦμαι τοῦ μή βρέξαι εἰς αὐτόν». Εκείνος που με το πρώτο είδος της οργής, δηλαδή της εγκαταλείψεως, δε σωφρονίστηκε, ώστε να έρθει σε ταπείνωση, θεωρώντας την δάσκαλο της θεογνωσίας, αυτός δέχεται το δεύτερο είδος της οργής, η οποία του αφαιρεί την ενέργεια των χαρισμάτων και τον αφήνει έρημο από τη δύναμη που τον φρουρούσε πρωτύτερα. Γιατί λέει ο Θεός για τον αχάριστο Ισραήλ: Θα αφαιρέσω το περίφραγμά του και θα παραδοθεί στη διαρπαγή, θα χαλάσω τον τοίχο του και θα καταπατηθεί· θα εγκαταλείψω το αμπέλι μου και δε θα κλαδευτεί ούτε θα σκαφτεί· θα μείνει χέρσο και θα γεμίσει αγκάθια και θα δώσω διαταγή στα σύννεφα να μη βρέξουν πάνω του [Ησ. 5, 5-6].