Ιωάννης ο Χρυσόστομος — Η φωνή που δεν σώπασε

Κινηματογραφική αναπαράσταση επεισοδίων της ζωής του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
[βίντεο ΤΝ / διάρκεια 20΄]

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (347407 μ.Χ.)

Γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας γύρω στο 347 μ.Χ. από τον αξιωματικό Σεκούνδο και την Ανθούσα, ευσεβή και μορφωμένη γυναίκα. Σπούδασε ρητορική κοντά στον διάσημο ρήτορα Λιβάνιο και διακρίθηκε για τη σοφία και την εγκράτειά του. → Βιογραφικά του Χρυσοστόμου

Αφού βαπτίστηκε σε ώριμη ηλικία, ασκήτεψε για χρόνια στην έρημο της Συρίας, ζώντας με αυστηρή νηστεία και προσευχή. Επιστρέφοντας στην Αντιόχεια, χειροτονήθηκε διάκονος και έπειτα πρεσβύτερος, αναδεικνυόμενος σε μέγα ρήτορα και ποιμένα. Οι φλογεροί του λόγοι συγκλόνιζαν τον λαό, κηρύσσοντας μετάνοια, δικαιοσύνη και έλεος προς τους φτωχούς. → Σημαντικές πτυχές του ποιμαντικού έργου

Το 398 μ.Χ. ανέβηκε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ως Αρχιεπίσκοπος, γνωστός για τη λιτή του ζωή και τη φιλανθρωπία του. Μεταρρύθμισε τη Θεία Λειτουργία, που τελείται μέχρι σήμερα καθημερινά στην Ορθόδοξη Εκκλησία. → Άνοδος του Χρυσοστόμου στον πατριαρχικόν θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως

Η αυστηρότητά του απέναντι στη διαφθορά της αυλής και η τόλμη του λόγου του προκάλεσαν την οργή της αυτοκράτειρας Ευδοξίας, η οποία οργάνωσε εναντίον του τη λεγόμενη «Σύνοδο της Δρυός» (403 μ.Χ.). Ο Χρυσόστομος εξορίστηκε δύο φορές και πέθανε εξαντλημένος στην πορεία προς την Πιτυούντα, στην πόλη Κόμανα του Πόντου, στις 14 Σεπτεμβρίου 407 μ.Χ., λέγοντας τα τελευταία του λόγια: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Καταδίκη και εξορία του Χρυσοστόμου.

Η μνήμη του τιμάται στις 13 Νοεμβρίου, ενώ στις 30 Ιανουαρίου εορτάζεται μαζί με τους Μεγάλους Βασίλειο και Γρηγόριο τον Θεολόγο ως Τρεις Ιεράρχες. → Χαρακτηρισμός της προσωπικότητος και του έργου του Χρυσοστόμου

* * *

Αφηγείται η διακόνισσα Ολυμπιάδα: «Ζήτησαν πατριάρχη που να ευλογεί τα τραπέζια τους, όχι να τα ανατρέπει. Ήθελαν φωνή να τους νανουρίζει, όχι να τους ξυπνά. Ήθελαν λόγια, αλλά όχι την αλήθεια που κρύβεται μέσα στα λόγια. Γι' αυτό και τον μίσησαν. Ήταν άρρωστος, εξαντλημένος, κι όμως η πατρική του αγάπη δεν έσβηνε. Μου έγραφε σαν να στεκόταν ακόμη στον άμβωνα: “Δεν παθαίνω τίποτα φοβερό, αδελφή μου. Όλα τα υπομένω για χάρη σας. Διότι δεν ζητώ ανάπαυση, αλλά τη σωτηρία σας”».

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. Ο πατέρας του, Σεκούνδος, ήταν ανώτερος στρατιωτικός. Η μητέρα του, η Ανθούσα, μορφωμένη χριστιανή, χήρεψε σε ηλικία μόλις είκοσι ετών και δεν ξαναπαντρεύτηκε. Έγινε το πρώτο και ισχυρότερο πρότυπό του. Η ευσέβειά της και η καθαρότητά της έγιναν τα θεμέλια της πίστης του.

Η Αντιόχεια του 4ου μεταχριστιανικού αιώνα έσφυζε από πνεύμα και φιλοσοφία. Ο Ιωάννης μαθητεύει κοντά στον Λιβάνιο, τον πιο φημισμένο ρήτορα της εποχής. Ο Λιβάνιος, που ήταν Εθνικός (ειδωλολάτρης), θα πει αργότερα: «Θα τον είχα διάδοχό μου, αν δεν μας τον είχαν πάρει οι Χριστιανοί». Η ελληνική παιδεία του Ιωάννη Χρυσοστόμου ήταν πλήρης: Όμηρος, Ευριπίδης, Πλάτων, Αριστοτέλης, Δημοσθένης.

Μετά το βάπτισμά του αποσύρεται στην έρημο της Συρίας. Έξι χρόνια μόνος: σιωπή, προσευχή, νηστεία. Το σώμα του όμως δεν άντεξε. Από την υπερβολική νηστεία ασθένησε και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην πόλη. Εκεί χειροτονείται διάκονος, έπειτα πρεσβύτερος. Η Αντιόχεια έμελλε να γίνει το ακροατήριο της χρυσής του φωνής. Οι ομιλίες του, γεμάτες πύρινο ζήλο, βιβλική σοφία και άμεσο απλό λόγο, συγκλονίζουν τα πλήθη. Ο λαός τον αποκαλεί «Χρυσόστομο». Η φήμη του ξεπερνά τα σύνορα της Συρίας.

Και μια νύχτα, χωρίς να το γνωρίζει, θα ξεκινήσει ο δρόμος της σύγκρουσης. Το 398, με εντολή του αυτοκράτορα Αρκαδίου, ο Ιωάννης μεταφέρεται μυστικά στην Βασιλεύουσα, και χειροτονείται Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά ο Ιωάννης ζει όπως πριν: φτωχικά, ασκητικά. Πουλά τα πολυτελή σκεύη του Πατριαρχείου και τα χρήματα τα δίνει στους φτωχούς. Ίδρυσε νοσοκομεία και ξενώνες για τους φτωχούς, τους ξένους και τους ανήμπορους. Μεταρρύθμισε την ακολουθία της Θείας Λειτουργίας, που φέρει το όνομά του μέχρι σήμερα, κάνοντας την πιο σύντομη και κατανοητή.

Η απλότητά του σκανδαλίζει, οι αυλικοί τον περιφρονούν, αλλά ο λαός τον λατρεύει. Οι πύρινες ομιλίες του, στις οποίες κατέκρινε τη χλιδή, την αδικία, την εκμετάλλευση των φτωχών και τη ματαιοδοξία, έβρισκαν στόχο στην ίδια την αυλή. Έλεγε: «Θέλετε να τιμήσετε το σώμα του Χριστού; Μην αφήνετε τους αδελφούς σας να πεθαίνουν από το κρύο, ενώ εσείς στολίζετε τα πατώματά σας με ασημένια και χρυσά σκεύη».

Η αυτοκράτειρα Ευδοξία κυβερνά δίπλα στον Αρκάδιο. Ευσεβής προς τα έξω, φιλόδοξη και φιλάρεσκη, ήθελε κολακείες. Ο Ιωάννης, όμως, δεν ήξερε να κολακεύει. Η Ευδοξία βρήκε σύμμαχο στο πρόσωπο του πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλου και άλλων ιεραρχών που είχαν εκδιωχθεί από τον Χρυσόστομο. Αυτοί συγκάλεσαν μια παράνομη σύνοδο, γνωστή ως «Σύνοδος της Δρυός» σε προάστιο της Χαλκηδόνας. Ο Ιωάννης καταδικάστηκε χωρίς να του επιτραπεί να απολογηθεί και εκδιώχθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο. Ο αυτοκράτορας Αρκάδιος, υπό την πίεση της Ευδοξίας, επικύρωσε την απόφαση και διέταξε την εξορία του, που πραγματοποιήθηκε με οργανωμένη μυστικότητα, μέσα από μια στοά που οδηγούσε στην απέναντι ακτή, σε ένα χωριό της Βιθυνίας. Η είδηση της εξορίας προκάλεσε ταραχή στον λαό της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος λάτρευε τον ποιμενάρχη του. Την ίδια στιγμή, ένας ισχυρός σεισμός έπληξε την πόλη, ιδιαίτερα αισθητός στην περιοχή του Παλατιού. Η Ευδοξία, τρομοκρατημένη και πιστεύοντας πως επρόκειτο για σημάδι θεϊκής οργής, παρακάλεσε τον Αρκάδιο να ανακαλέσει τον Χρυσόστομο. Συνέταξε μάλιστα επιστολή προς αυτόν, διαβεβαιώνοντάς τον ότι η ίδια ήταν αθώα. Μέσα σε θριαμβευτικές ζητωκραυγές του λαού, ο Ιωάννης επέστρεψε στον θρόνο του, μόλις τρεις ημέρες μετά την εξορία του! Η πρώτη νίκη του Χρυσοστόμου απέναντι στην αυτοκρατορική αυθαιρεσία ήταν γεγονός.

Όμως, η ειρήνη δεν κράτησε πολύ. Η αφορμή δόθηκε με την ανέγερση ενός ασημένιου αγάλματος της Ευδοξίας κοντά στον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας. Τα εγκαίνιά του μετατράπηκαν σε πολυήμερη γιορτή, με θορυβώδεις και προσβλητικούς εορτασμούς και έκτροπα έξω από τον χώρο της Αγίας Σοφίας. Ο Χρυσόστομος, αγανακτισμένος από τη θεοποίηση της αυτοκρατορικής εξουσίας και την προσβολή του ιερού χώρου, κατήγγειλε δημόσια το γεγονός. Από τον άμβωνα εκφώνησε τον περίφημο λόγο: «Αφού, λοιπόν, ασεβή θεάματα, χοροί και κραυγές στήνονται δίπλα στον οίκο της προσευχής, θυμηθείτε τι έγινε κάποτε με τον Βαπτιστή. Πάλι η Ηρωδιάδα ταράζεται, πάλι χορεύει, πάλι ζητά σε δίσκο την κεφαλή. Μα τότε, όπως και τώρα, ο Ιωάννης δεν βλάπτεται, όσο κι αν οι ισχυροί ξεσπούν με οργή» [πρβλ. Μκ. 6, 17-29]. Ο Αρκάδιος και η Ευδοξία το εξέλαβαν ως έσχατη ύβρη. Δεν παρέστησαν στη Θεία Λειτουργία της μεγάλης εορτής των Χριστουγέννων. Το παράδειγμά τους δυστυχώς ακολούθησε όλη η υψηλή κοινωνία της πόλης, φοβούμενη μήπως δυσαρεστήσει το παλάτι. Έτσι, με την έναρξη του Ιανουαρίου, η εχθρική μερίδα των επισκόπων άρχισε να ετοιμάζεται για νέα σύνοδο, ενώ ο Ιωάννης και ο πιστός λαός προσεύχονταν έντονα.

Στο μεταξύ η Σαρακοστή κυλούσε, ενώ οι επίσκοποι της φατρίας, παρακινημένοι από την Ευδοξία, πίεζαν τον αυτοκράτορα να εκδιώξει τον Πατριάρχη. Ο Αρκάδιος, προσπαθώντας να βρει μια μέση λύση, διέταξε να τεθεί ο Ιωάννης υπό περιορισμό μέσα στο αρχιεπισκοπικό μέγαρο. Όταν όμως έφτασε το Μέγα Σάββατο, κατά το οποίο τρεις χιλιάδες κατηχούμενοι περίμεναν να βαπτιστούν, ο Ιωάννης, αισθανόμενος ότι παρέβαινε την αρχιερατική του συνείδηση, εμφανίστηκε στο ναό. Με την άφιξή του άρχισε αμέσως η ακολουθία. Επειδή ο Αρκάδιος δίσταζε να τον συλλάβει, οι επίσκοποι της φατρίας τον διαβεβαίωσαν λέγοντας: «Το αίμα αυτού εφ’ ημάς». Τότε ο αυτοκράτορας διέταξε τη σύλληψη του Ιωάννη. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο λαό και οδήγησε σε βίαιη σύγκρουση στρατιωτών και πιστών. Τα νερά των βαπτιστηρίων βάφτηκαν κόκκινα από ανθρώπινο αίμα. Πολλοί από τους στρατιώτες που ήταν ακόμη ειδωλολάτρες βεβήλωσαν το ναό και έχυσαν το άγιο ποτήριο επάνω στα ρούχα τους. Τα θύματα ήταν αμέτρητα. Ο Αρκάδιος φυλάκισε και πάλι τον Ιωάννη στην αρχιεπισκοπή, ώσπου υποκύπτοντας στις πιέσεις της Ευδοξίας και των επισκόπων της, έδωσε την οριστική εντολή για την εξορία του.

Αφηγείται η διακόνισσα Ολυμπιάδα: Ήταν 20 Ιουνίου, δύο εβδομάδες μετά την Πεντηκοστή του 404, η ημέρα που θα εφαρμοζόταν η διαταγή. Εκείνος το ήξερε, και όπως κάθε άλλη φορά, κατέβηκε στην εκκλησία για να προσευχηθεί. Μα έξω περίμενε πλήθος. Μπορούσες να ακούσεις τη βοή του, σαν θάλασσα που βρυχάται λίγο πριν ξεσπάσει. Όταν τελείωσε την προσευχή του, πλησίασε τους επισκόπους. Τους ασπάστηκε έναν προς έναν· δακρυσμένοι όλοι. Ύστερα, γύρισε προς εμάς, τις διακόνισσες, τα πνευματικά του παιδιά, καμιά μας δεν κρατήθηκε... Τα δάκρυα κυλούσαν χωρίς φωνή, σαν προσευχή. Όλοι ήμασταν βυθισμένοι στη λύπη. Και εκείνος, με βλέμμα γεμάτο ειρήνη, άπλωσε τα χέρια και μας ευλόγησε. Και με φωνή σταθερή, παρόλο τον πόνο, είπε: «Μείνετε ενωμένοι σας, παρακαλώ. Σεβαστείτε εκείνον που θα με διαδεχθεί. Μόνο έτσι η Εκκλησία θα μείνει ακλόνητη». Ήταν η τελευταία του έκκληση. Έπειτα, παραδόθηκε ειρηνικά στους φρουρούς.

Όταν το πλήθος αντιλήφθηκε ότι ο Ιωάννης είχε ήδη απομακρυνθεί, ξέσπασαν τέτοιες ταραχές, ώστε οι συγκρούσεις προκάλεσαν χιλιάδες θύματα. Η Αγία Σοφία, η ξυλόστεγη τότε βασιλική της Κωνσταντινουπόλεως, παραδόθηκε στις φλόγες και καταστράφηκε ολοκληρωτικά από την πυρκαγιά που ακολούθησε. Μαζί της κάηκε και το βουλευτήριο. Η Βασιλεύουσα είχε βυθιστεί στο χάος και τη φωτιά, πληρώνοντας το τίμημα για την δίωξη της φωνής της αλήθειας.

Δεκαεπτά ημέρες σχεδόν ασταμάτητης πορείας. Εξαντλημένος από πυρετό και αυπνία, πότε πάνω σε ζώο, πότε πεζός, οδηγείται μέσα από τόπους αφιλόξενους, ώσπου φτάνει στην Κουκουσό, στα όρια της Αρμενίας. Μια γη παγωμένη, με δύσβατα μονοπάτια και συχνές επιδρομές βαρβάρων. Ωστόσο για τον Ιωάννη, η Κουκουσός δεν έγινε τάφος, αλλά νέο ποιμαντικό κέντρο. Παρά τον συνεχή πυρετό και την κακή υγεία του, ανέπτυξε ένα εκτεταμένο δίκτυο αλληλογραφίας. Έγραφε επιστολές ενθάρρυνσης στους πιστούς της Κωνσταντινούπολης, αλλά και στους επισκόπους της Κύπρου, της Συρίας, της Ρώμης, οργανώνοντας το ιεραποστολικό έργο ακόμη και προς τους Γότθους και τους Φοίνικες.

Η εξορία του Χρυσοστόμου είχε μετατραπεί σε παγκόσμιο σκάνδαλο! Η αυτοκρατορική αυλή, τρομαγμένη από τη συνεχιζόμενη επιρροή του, αποφάσισε να τον αποκόψει οριστικά. Έτσι, ύστερα από τρία χρόνια παραμονής στην Κουκουσό, ορίστηκε νέος τόπος εξορίας: τα ανατολικά παράλια του Εύξεινου Πόντου στα όρια του Καυκάσου. Ένα ταξίδι χιλιάδων χιλιομέτρων, σχεδιασμένο να είναι το τελευταίο του. Οι δύο στρατιώτες συνοδοί είχαν ρητή εντολή να τον εξαντλήσουν. Τον ανάγκαζαν να βαδίζει χωρίς ανάπαυση, εκτεθειμένο σε όλες τις κακουχίες του δρόμου. Στον καυτό ήλιο και την υγρασία, στις βροχές, στους ανέμους, στα ποτάμια και στα απόκρημνα βουνά. Το σώμα του λύγιζε από τον πυρετό και την εξάντληση, μα κάθε φορά που έπεφτε τον σήκωναν βία, κι εκείνος συνέχιζε, αμίλητος, προσευχόμενος. Ύστερα από τρεις μήνες μαρτυρικής πορείας έφτασαν στα Κόμανα, όπου ο Χρυσόστομος κατέρρευσε από τον πυρετό και την εξάντληση. Η συνοδεία αναγκάστηκε να διανυκτερεύσει στο ναό του αγίου μάρτυρος Βασιλίσκου. Εκεί, μέσα στη νύχτα, ο Ιωάννης είδε σε όραμα τον ίδιο τον Άγιο που είχε μαρτυρήσει στο ίδιο μέρος. Τον παρηγόρησε λέγοντάς του: «Μη φοβάσαι αδελφέ Ιωάννη, αύριο θα είμαστε μαζί στον ίδιο τόπο». Το επόμενο πρωί, ο Ιωάννης ζήτησε από τον ιερέα του ναού να κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων και έπειτα, ήρεμος, παρέδωσε το πνεύμα του με τα λόγια που σφράγισαν τη ζωή του. «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 407.

Αφηγείται η διακόνισσα Ολυμπιάδα: Μου έγραφε: «Γιατί ταράσσεσαι και λυπείσαι; Βλέπω κι εγώ την άγρια μαύρη θύελλα που σκεπάζει την Εκκλησία, μα δεν απελπίζομαι, γνωρίζοντας ποιος κυβερνά. Ένα μόνο είναι αληθινά φοβερό, Ολυμπιάδα: η αμαρτία. Όλα τα άλλα είναι λόγια που διαλύονται. Μην τρέμεις λοιπόν τα πρόσκαιρα, που σαν ρεύμα ποταμού παρέρχονται».

Τριάντα χρόνια μετά, ο λαός της Κωνσταντινούπολης υποδέχονταν τον εξόριστο πατέρα που γύριζε σπίτι. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β΄, ο γιος της Ευδοξίας και του Αρκαδίου, γονάτισε μπροστά στη λάρνακα ζητώντας συγχώρεση για τα εγκλήματα των γονέων του. Και τότε ακούστηκε μέσα από τη λάρνακα η φωνή του Αγίου να λέει: «Χαίρετε, αδελφοί».

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος έζησε ως η φωνή που κανένας άρχοντας δεν μπόρεσε να φιμώσει. Προτίμησε την εξορία και τον θάνατο, παρά τον συμβιβασμό με την αδικία και την κοσμική εξουσία. Κι όμως, η φωνή του δεν σώπασε. Το αυτί της ιερής του κάρας που διασώθηκε άφθαρτο μένει έως σήμερα σύμβολο αυτής της θαυμαστής αλήθειας. Ότι ο λόγος του δεν ήταν ανθρώπινος, αλλά θεόπνευστος. Ο λόγος της αλήθειας που δεν πεθαίνει. Το έργο του, και πάνω απ’ όλα η Θεία Λειτουργία που συνέγραψε μαζί με τις χιλιάδες ομιλίες του, τον καθιστούν έναν από τους Τρεις Μεγάλους Ιεράρχες και τον αιώνιο Διδάσκαλο της Εκκλησίας.

* * *

Η Αγία Ολυμπιάς, στάθηκε πιστή πνευματική κόρη του Χρυσοστόμου μέχρι το τέλος. Την στήριζε με τις επιστολές του. Εκοιμήθη εξόριστη, λίγο μετά τον θάνατό του (25 Ιουλίου 409).

Η αυτοκράτειρα Ευδοξία: Πέθανε 4 μήνες μετά την εξορία του Χρυσοστόμου, από εγκεφαλική ή σωματική επιπλοκή μετά από αποβολή (6 Οκτωβρίου 404).

Ο αυτοκράτορας Αρκάδιος: Έζησε απομονωμένος και αναποφάσιστος, επηρεαζόμενος από την αυλή του. Πέθανε επτά μήνες μετά τον θάνατο του Χρυσοστόμου (1 Μαΐου 408).