Φίοντορ Ντοστογιέφσκι και Νικόδημος ο Αγιορείτης περί αγιότητας

 Φίοντορ Ντοστογιέφσκι: Το κρεμμυδάκι της γριάς

👉 [Αδελφοί Καραμάζωφ, Β´, VII, 3 ]

Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε μια κακιά γυναίκα, σωστή μέγαιρα. Πέθανε κι ούτε ένα καλό δεν είχε κάνει στη ζωή της. Την άρπαξαν το λοιπόν οι διαβόλοι και την πετάξανε στη φλογισμένη λίμνη. Τότε ο φύλακας-άγγελός της κάθισε και σκέφτηκε: Πρέπει να θυμηθώ καμιά καλοσύνη της, για να πάω να την πω στο Θεό. Θυμήθηκε, και μια και δυο πάει και λέει στο Θεό: Αυτή, του λέει, έβγαλε ένα κρεμμυδάκι φρέσκο απ’ το περιβόλι και το ‘δωσε σε μια ζητιάνα. Κι ο Θεός απαντάει: Πάρε λοιπόν το ίδιο εκείνο κρεμμυδάκι, και πήγαινε πάνω απ’ τη λίμνη. Βάστα το κρεμμυδάκι απ’ τη μια άκρη κι ας πιαστεί αυτή απ’ την άλλη. Τότε τράβα την. Αν τα καταφέρεις να την τραβήξεις απ’ τη λίμνη, τότε ας πάει στον Παράδεισο. Όμως, αν σπάσει το κρεμμυδάκι, θα πει πως καλά είναι εκεί που είναι.

Έτρεξε ο άγγελος στη γυναίκα και της λέει: Πιάσου γερά απ’ το κρεμμυδάκι και γω θα σε τραβήξω. Κι άρχισε να την τραβάει προσεχτικά. Την είχε βγάλει ολάκερη σχεδόν απ’ τη λίμνη, μα μόλις είδαν οι άλλοι αμαρτωλοί πως την τραβάνε έξω, γαντζώθηκαν όλοι πάνω της για να βγουν κι αυτοί μαζί της. Μα η γυναίκα ήταν κακιά, σωστή μέγαιρα, κι άρχισε να τους κλωτσάει: Εμένα θέλουν να βγάλουν, όχι εσάς! Δικό μου είναι το κρεμμυδάκι, όχι δικό σας!. Μόλις το ‘πε αυτό, το κρεμμυδάκι έσπασε. Κι αυτή ξανάπεσε στη λίμνη και καίγεται εκεί πέρα ώς τα σήμερα. Ο άγγελος έβαλε τα κλάματα κι έφυγε.

Από την έκδοση του Γκοβόστη (1990), τόμος Β΄, σελ. 301-302
[👉 Θρησκευτικά Α΄ Λυκείου (22-0245), σελ. 103]
.

Πέτρος ο τελώνης (20 Ιανουαρίου)

Oύτος ήτον, κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού, εν έτει φλ΄ [530], πατρίκιος ων κατά την αξίαν, και της Aφρικής όλης την διοίκησιν έχων. Eπειδή δε ήτον πολλά άσπλαγχνος και ανελεήμων, διά τούτο έλαβεν επωνυμίαν και ωνομάζετο παρά πάντων φειδωλός, ήτοι ακριβός. Μίαν φοράν δε ένας πτωχός επήγεν εις αυτόν, χάριν δοκιμής, και εζήτει φορτικώς ελεημοσύνην. O δε Πέτρος θυμωθείς, άρπασεν ένα ψωμί από τα ζεστά ψωμία οπού τότε έτυχε να φέρνη ο δούλος του από τον φούρνον, και έρριψεν αυτό ωσάν πέτραν κατ’ επάνω του πτωχού. O δε πτωχός αρπάσας το ψωμίον, έφυγε. Δεν επέρασαν δύω ημέραι, και ο Πέτρος πίπτει εις μίαν βαρείαν ασθένειαν, και εν τη ασθενεία βλέπει τον εαυτόν του οπού εζητείτο να δώση απολογίαν διά τα όσα έπραξεν. Έπειτα του εφαίνετο, ότι εκεί ήτον και μία ζυγαρία, της οποίας, εις μεν το αριστερόν μέρος έβλεπεν, ότι εσυνάγοντο μαύροί τινες, και έβαλον τας κακάς του πράξεις. Eις δε το δεξιόν μέρος της ζυγαρίας, έβλεπεν άνδρας τινας ασπροφόρους και θαυμαστούς κατά το πρόσωπον, οι οποίοι δεν εύρισκον άλλο τι καλόν να βάλουν, διά να γένη ισοβαρές με το ζερβόν μέρος, πάρεξ εκείνο μόνον το ψωμί, οπού κατά του πένητος έρριψε. Ταύτα ιδών ο Πέτρος, ήλθεν εις τον εαυτόν του. Και ευθύς οπού εσηκώθη από την ασθένειαν, εμοίρασεν εις τους πτωχούς, όχι μόνον όλα του τα υπάρχοντα, αλλά και αυτά τα ίδια ρούχα οπού εφόρει έδωκεν εις ένα πτωχόν. Eπειδή δε είδεν εις το όνειρόν του τον Xριστόν, οπού εφόρει τα ρούχα εκείνα, διά τούτο ο αοίδιμος επώλησε και τον ίδιον εαυτόν του, και την τιμήν έδωκεν εις τους πένητας.

👉 Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου [1819], Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τ. Β.´

Πέτρος ο τελώνης (20 Ιανουαρίου)