Shakespeare: «The strangers' case» speech

Grant them removed, and grant that this your noise
Hath chid down all the majesty of England;
Imagine that you see the wretched strangers,
Their babies at their backs and their poor luggage,
Plodding to the ports and coasts for transportation,
And that you sit as kings in your desires,
Authority quite silenced by your brawl,
And you in ruff of your opinions clothed;
What had you got? I’ll tell you: you had taught
How insolence and strong hand should prevail,
How order should be quelled; and by this pattern
Not one of you should live an aged man,
For other ruffians, as their fancies wrought,
With self same hand, self reason, and self right,
Would shark on you, and men like ravenous fishes
Feed on one another.…

Say that we deport the immigrants, and say that your rioting succeeds in convincing England’s leaders to do what you want them to do; imagine that you witness all these immigrants, with their babies on their backs, lugging their suitcases to the ports, forced to leave the country, and that you sit there satisfied, having achieved your desires and silenced our rulers with your rioting, pridefully opinionated — what will you have achieved? I’ll tell you: you’ll have shown everyone that arrogance and force should win, that order should be destroyed. And if this were to happen, none of you would live very long, because other violent criminals, governed, like you, by their whims, would, with the exact same selfishness and self-righteousness, prey upon you, and men would prey upon each other like starving, greedy fish. 

You’ll put down strangers,
Kill them, cut their throats, possess their houses,
And lead the majesty of law in lyam
To slip him like a hound. Alas, alas, say now the King,
As he is clement if th’offender mourn,
Should so much come too short of your great trespass
As but to banish you: whither would you go?
What country, by the nature of your error,
Should give you harbor? Go you to France or Flanders,
To any German province, to Spain or Portugal,
Nay, anywhere that not adheres to England,
Why, you must needs be strangers. Would you be pleas’d
To find a nation of such barbarous temper
That breaking out in hideous violence
Would not afford you an abode on earth.
Whet their detested knives against your throats,
Spurn you like dogs, and like as if that God
Owned not nor made not you, nor that the elements
Were not all appropriate to your comforts,
But charter’d unto them? What would you think
To be thus used? This is the strangerscase
And this your mountainish inhumanity.

Say the king, being merciful if a criminal shows remorse for his crimes, would stop short of putting you to death (as is fitting for your crime), and just banished you instead. Where would you go? What country would take you in, given the nature of your crime? If you went to France, Belgium, Germany, Spain, Portugal, or anywhere that isn’t part of England, you’d be immigrants there. Would you be happy to land in a country so cruel that its citizens greet you with violence, will not give you anywhere to stay, sharpen their knives against your throats, kick you out like dogs, and — as if God did not create you in his image, and the world was not designed for your comfort, but rightfully given only to them — what would you think if you were treated this way? This is this situation you have put these immigrants in. This is your monstrous inhumanity.




* * *

«Το Λονδίνο του Σαίξπηρ είχε έναν μεγάλο πληθυσμό ξένων κατοίκων, κυρίως τεχνιτών και εμπόρων με τις οικογένειές τους, από την Πορτογαλία, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Γερμανία, και κυρίως τη Γαλλία και την Ολλανδία. Πολλοί απ’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν προτεστάντες πρόσφυγες, και τους είχε δοθεί κάποια νομική και οικονομική προστασία από την κυβέρνηση. Αλλά δεν ήταν πάντα καλοδεχούμενοι από τους ντόπιους κατοίκους. Καθ’ όλη τη διάρκεια του δεκάτου έκτου αιώνα, το Λονδίνο υπήρξε θέατρο επανειλημμένων διαδηλώσεων και, ενίοτε, αιματηρών συγκρούσεων εναντίον των κοινοτήτων των ξένων τεχνιτών, που κατηγορούνταν ότι έπαιρναν τις δουλειές από τους Άγγλους» (Greenblatt).

Σκεφτείτε ότι τους διώξατε, κι ότι αυτή η πράξη σας
Ανέτρεψε την αγγλική μεγαλειότητα.
Και με τη σκέψη δείτε τους δυστυχείς τους ξένους
Με τα μωρά στην πλάτη, τις φτωχές αποσκευές τους, 
Να σέρνονται προς τα λιμάνια, προς τις ακτές μας για να φύγουν,
Κι εσάς να κάθεστε σαν βασιλιάδες πάνω στην επιθυμία σας,
Την εξουσία φιμώνοντας με τις φιλονικίες σας,  
Φορώντας της δικής σας γνώμης το κολλάρο: 
Τι θα ’χατε πετύχει; Θα σας πω: θα ’χατε δείξει
Πώς η θρασύτητα κι η βία πρέπει να επικρατούν,
Και πώς η τάξη να συντρίβεται. Και με τον ίδιο τρόπο
Ούτ’ ένας από σας δεν θα γερνούσε·
Γιατί άλλοι κακοποιοί, κατά τα γούστα τους,
Με βία απαράλλαχτη, με ίδια κίνητρα και ίδιες αξιώσεις, 
Εσάς θα κατασπάραζαν, κι οι άνθρωποι, σαν λιμασμένα ψάρια,
Ο ένας τον άλλον θα ’τρωγαν...
[...]
Αλήθεια, θα σας άρεσε,
Να βρίσκατε ένα έθνος με τόσο βάρβαρη διάθεση,
Που, ξεσπώντας με βία αποτρόπαιη,
Δεν θα σας άφηναν να μείνετε στη γη τους,
Θ’ ακόνιζαν τα μισητά μαχαίρια τους επάνω στους λαιμούς σας,
Θα σας περιφρονούσαν σαν σκυλιά, σαν ο Θεός αυτός 
Να μην σας όφειλε, να μην σας είχε φτιάξει, σαν ούτε τα στοιχεία 
Να ήταν προορισμένα για την άνεσή σας,
Αλλά μόνο γι’ αυτούς φτιαγμένα; Τι θα σκεφτόσασταν
Αν έτσι σας συμπεριφέρονταν; Αυτή είναι η περίπτωση του ξένου,
Κι αυτή η τεράστια απανθρωπιά σας.

Η απειλή που αντιπροσωπεύει εδώ ο Λευκός Ευρωπαίος είναι πολύ ευρύτερη από αυτήν που αντιπροσωπεύει ο Μαύρος ή ο Εβραίος. Η απειλή στον Σερ Τόμας Μορ σχετίζεται μ’ ένα ζήτημα που αφορά πολύ περισσότερους ανθρώπους: την κατανομή των αγαθών. Όπως επισημαίνει ο Hunter, «οι Ελισαβετιανοί είχαν μια ισχυρή αίσθηση της οικονομικής απειλής που έθεταν οι ξένες ομάδες με τις οποίες είχαν καθημερινή επαφή –Φλαμανδοί ή Γάλλοι». Ωστόσο, ο πρωταγωνιστής επισημαίνει ότι η λύση στο πρόβλημα δεν έγκειται στην εξόριση των ξένων. Ο Μορ επισημαίνει ότι, αν επικρατήσει η βία, οι Άγγλοι θα την χρησιμοποιήσουν μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο που την χρησιμοποιούν εναντίον των ξένων.
Το αξιοσημείωτο στο έργο είναι ότι οι ξένοι εδώ πράγματι απειλούν τους φτωχούς Λονδρέζους. Κι όμως, ο Σερίφης Τόμας Μορ δίνει ένα μάθημα ανθρωπισμού: αφού έχει ζητήσει από τους πολίτες του Λονδίνου να φανταστούν τη μοίρα των εξορισμένων ξένων, προτείνει επίσης να φανταστούν τους εαυτούς τους στη θέση αυτών των ξένων. Ο Σαίξπηρ υπονοεί ότι μια «πολιτισμένη» –σε αντίθεση με μια βάρβαρη– συμπεριφορά δεν είναι πάντα εξασφαλισμένη μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, ο Σερίφης θεωρεί τους εξεγερμένους Λονδρέζους βάρβαρους, τοποθετώντας τη βαρβαρότητα όχι στην καταγωγή, αλλά στην συμπεριφορά.
Στο έργο ο Μορ καταφέρνει να κατευνάσει τον θυμό του αγγλικού πληθυσμού. Αλλά αν ο Μορ τελικά τα καταφέρνει στην απόπειρά του να ηρεμήσει τους Λονδρέζους, οι ρατσιστικές αντιλήψεις δεν απαλείφονται τόσο εύκολα. Ακόμη και σήμερα, που τέτοια στερεότυπα φαίνονται παρωχημένα στον δυτικό κόσμο, δεν είμαστε πλήρως απελευθερωμένοι από αυτά. Αν έχουμε μάθει, στα πλαίσια μιας πολιτικής ορθότητας, να καταπιέζουμε κάποιες ρατσιστικές εκδηλώσεις, φαίνεται ότι ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς μέχρι να απαλλαγούμε από μύθους που έχουν επιβιώσει για αιώνες.

👉 Επιλογή -με τροποποιήσεις- από τις πανεπιστημιακές σημειώσεις της  Ξένιας Γεωργοπούλου: «Ο ευρωπαίος Άλλος στο έργο του Σαίξπηρ» (2021)