Ουσία και ενέργειες του Θεού

Ο Θεός είναι απρόσιτος στην ουσία του και μεθεκτός στις ενέργειές του

Ο Θεός είναι απρόσιτος στην ουσία του και μεθεκτός στις ενέργειές του σημαίνει ότι ο Θεός είναι άγνωστος στην ουσία του και γνωστός με τις ενέργειές του προς τον κόσμο.

Δεν έχουμε τη δυνατότητα να προσδιορίσουμε την αυθύπαρκτη [άκτιστη] ουσία του Θεού, η οποία είναι απρόσιτη και αμέθεκτη. Το μυστήριο της ύπαρξης και της ουσίας του Θεού παραμένει απρόσιτο και ακατάληπτο και η γνώση του είναι αδύνατη. Ο πεπερασμένος ανθρώπινος νους αδυνατεί να συλλάβει την έννοια της ουσίας του Θεού: «πειρον τό θεον καί κατάληπτον καί τοτο μόνον ατο καταληπτόν πειρία καί καταληψία» (Ιωάννης ο Δαμασκηνός, 676–749).

Ενέργειες είναι οι θεϊκές δυνάμεις που εκδηλώνονται στις σχέσεις του Θεού με τον άνθρωπο και τον κόσμο. Είναι μεν άκτιστες, όπως η ουσία του, αλλά διαχέονται μέσα στη δημιουργία [βλ. θεοφάνειες]. Υπάρχουν συγκεκριμένες ενέργειες του Τριαδικού Θεού που φανερώνουν την παρουσία του μέσα στην ιστορία του κόσμου και της ανθρωπότητας και την αγάπη του προς τη δημιουργία του, καθώς επιγραμματικά τονίζει ο Απ. Παύλος: «οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτόν ἀφῆκεν ἀγαθοποιῶν» (Πρ. 14:17).

Σύμφωνα με τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μπορούμε να γνωρίσουμε «τα περί τον Θεόν». Όταν ο άνθρωπος θέλει και επιθυμεί, μπορεί να αποκτήσει μερική γνώση του Θεού. Αυτή επιτυγχάνεται εν μέρει με τη φυσική αποκάλυψη και στην πληρότητά της με την υπερφυσική αποκάλυψη «ἐν Χριστῷ». Ο Ιωάννης Δαμασκηνός ανακεφαλαιώνει περιληπτικά: «καί αὐτή τε ἡ κτίσις καί ἡ ταύτης συνοχή καί κυβέρνησις τό μεγαλεῖον τῆς θείας ἀποκαλύπτει φύσεως». Η ουσία λοιπόν του Θεού είναι απρόσιτη και ακατάληπτη, αλλά οι ενέργειές του είναι μεθεκτές (μπορεί ο άνθρωπος να μετάσχει σ’ αυτές) με βάση το λογικό και με προϋπόθεση την πίστη. Η αγιότητα και η θέωση είναι ο ανώτατος βαθμός μέθεξης στις ενέργειες του Θεού.

Ο Θεός είναι ένας και Τριαδικός

Η πίστη αυτή αποτελεί το ιδιαίτερο γνώρισμα του Χριστιανισμού, όσον αφορα στην περί του Θεού διδασκαλία. Το επίκεντρο της χριστιανικής διδασκαλίας και πίστης για το Θεό συνοψίζεται στη φράση: «ο ένας ως προς την ουσία ή φύση Θεός είναι Τριαδικός ως προς τις υποστάσεις ή πρόσωπα» (Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα). Το μυστήριο του Τριαδικού Θεού είναι ασύλληπτο από την ανθρώπινη σκέψη. Επομένως, είναι αδύνατο να το διερευνήσουμε λογικά. Η μία και ενιαία φύση του Τριαδικού Θεού είναι άναρχη, αιώνια, άπειρη, άκτιστη και ακατάληπτη. Κάθε πρόσωπο του Τριαδικού Θεού είναι φορέας της θείας ουσίας και συγχρόνως είναι όλος ο Θεός. Τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας δεν είναι τρεις θεότητες, ούτε νοούνται ως τρόποι εμφάνισης και παρουσίας του ενός Θεού μέσα στην ιστορία και στη ζωή της Εκκλησίας. Η θεία ουσία «κατοικεί», υπάρχει «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» ολόκληρη στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Οι σχέσεις μεταξύ τους είναι σχέσεις ουσιαστικής αγάπης και «ὁμοουσιότητας», που εκφράζονται με τον όρο «αλληλοπεριχώρηση». Η πίστη στον Τριαδικό Θεό διδάσκεται σαφώς στην Αγ. Γραφή [βλ. θεοφάνειες]. Για παράδειγμα, στη δημιουργία του ανθρώπου, η χρήση του πληθυντικού αριθμού: «ποιήσωμεν άνθρωπον» (Γέν. 1: 27).

Θεοφάνειες και Αποκάλυψη

Αποκάλυψη του Θεού σημαίνει θεοφάνειες στην κτίση και την ιστορία∙ συγχρόνως επισημαίνει την ριζική [οντολογική] διαφορά μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος, όντος και μη όντος, ακτίστου και κτιστού [πρβλ. δημιουργία «ἐκ τοῦ μὴ ὄντος»]. Ο Θεός, μολονότι ακατάληπτος ως προς την ουσία του, γίνεται καταληπτός δυναμικά κατά τις ενέργειες. Και τούτο είναι έργο μόνο των θεοφανειών, οι οποίες με αυτό τον τρόπο γίνονται γέφυρες ή κρίκοι που συνδέουν τη θεότητα με την κτίση. Ιστορία, κτίση, σύμβολα και κάθε γνώση, αποτελούν τον μοναδικό δρόμο αυτής της αποκάλυψης.

Η ίδια η δημιουργία οφείλεται σε μια φανέρωση του Θεού, σε μια θεοφάνεια. Ολόκληρη η ιστορία της Π. Δ. γράφεται διά μέσου θεοφανειών. Κι αυτή η ιστορία είναι η απαρχή της ιστορίας της θείας οικονομίας. Δημιουργία, παράδεισος, πτώση, δραματικές συνέπειες, εκλογή περιούσιου λαού, μετακινήσεις, έξοδοι, πόλεμοι, προφήτες, ιερείς, βασιλιάδες, τα πάντα παρελαύνουν σε μια ιστορική πορεία, όπου φανερώνεται ο ζωντανός και κοινωνικός Θεός. Ο πατριάρχης Αβραάμ φιλοξενεί την ίδια την Αγία Τριάδα∙ σ’ ορισμένους αποκαλύπτεται με τη νεφέλη, τα όνειρα και τα οράματα, ενώ στο Μωυσή μιλάει “στόμα με στόμα”. Ο προφήτης Ηλίας τον είδε “στη λεπτή αύρα”. Είναι ο ίδιος Θεός που παρουσιάστηκε “αυτοπροσώπως” και έδωσε τον νόμο, μίλησε διά μέσου των προφητών και στην τελευταία φάση της περιόδου αυτής ενανθρώπησε (έγινε άνθρωπος) για όλους τους ανθρώπους. Σε κάθε φάση της πορείας, στην προϊστορία και την ιστορία, είναι ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός που κάνει την παρουσία του. Ο απρόσιτος Θεός γίνεται ιστορικά προσιτός.

Η δημιουργία του κόσμου «εκ του μηδενός»

«Σὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες» (Λειτουργία του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου). Οι λέξεις “ἐκ τοῦ μὴ ὄντος”, δηλώνουν, πρώτο και κύριο, ότι ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν με μια πράξη της ελεύθερης θέλησής του. Τίποτε δεν τον πίεσε να δημιουργήσει. Το διάλεξε να το κάνει. Ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε άσκοπα ή από ανάγκη, αλλά είναι η συνέπεια της απολύτως ελεύθερης θεϊκής εκλογής.

Tο κίνητρο του Θεού για δημιουργία είναι η αγάπη του. Αντί να πούμε ότι δημιούργησε το σύμπαν από το μηδέν, θα ’πρεπε να πούμε ότι το δημιούργησε από τον ίδιο τον εαυτό του, που είναι αγάπη. Δεν θα ’πρεπε να σκεφτόμαστε τον Θεό σαν Κατασκευαστή ή σαν Τεχνίτη, αλλά τον Θεό σαν ΕραστήΤο να αγαπάς σημαίνει να μοιράζεσαι, όπως τόσο καθαρά μας έχει δείξει το τριαδικό δόγμα: ο Θεός δεν είναι μόνο ένας αλλά ένας μέσα σε τρεις, επειδή είναι μια κοινωνία προσώπων που μετέχουν με αγάπη το ένα στο άλλο. Από εκούσια εκλογή ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, με “εκστατική” αγάπη, έτσι ώστε να υφίστανται εκτός από τον ίδιο άλλες υπάρξεις για να μετέχουν στη ζωή και την αγάπη που είναι δικά του.

Σαν καρπός της ελεύθερης θέλησης και της ελεύθερης αγάπης του Θεού, ο κόσμος δεν είναι αναγκαίος, δεν είναι αυτάρκης, αλλά σχετικός και εξαρτημένος. H ύπαρξη είναι πάντα ένα δώρο από τον Θεό, ένα ελεύθερο δώρο της αγάπης του, ένα δώρο που ποτέ δεν παίρνεται πίσω, αλλ’ οπωσδήποτε ένα δώρο, όχι κάτι που κατέχουμε με τη δική μας δύναμη. Όλα τα δημιουργήματα πηγάζουν από τον Θεό, έχουν τις ρίζες τους στον Θεό και βρίσκουν την προέλευσή τους και την πλήρωσή τους σε αυτόν.

Ο σκοπός της διδασκαλίας για τη δημιουργία, επομένως, δεν είναι να προσγράψουμε ένα χρονολογικά εναρκτήριο σημείο στον κόσμο, αλλά να βεβαιώσουμε ότι ο κόσμος εξαρτά την ύπαρξή του από τον Θεό. Όταν η Γένεση διατυπώνει “Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν” (Γέν. 1, 1), η λέξη “αρχή” δεν πρέπει να εκληφθεί απλώς με την χρονική σημασία, αλλά ως δηλωτική του ότι ο Θεός είναι η διαρκής αιτία και το στήριγμα όλων των πραγμάτων.

εκ του μηδενός δημιουργία δηλώνει ότι ο κόσμος δεν είναι αιώνιος, συνεπώς έχει αρχή και θα έχει τέλος (όπως ακριβώς όλα τα κτιστά), και επίσης δηλώνει ότι η δημιουργία δεν είναι απλώς μία μορφοποίηση προϋπάρχουσας ύλης από έναν Θεό αρχιτέκτονα ή τεχνίτη (όπως είναι δηλαδή ο «Δημιουργός» του Πλάτωνα στον Τίμαιο), αλλά μια πραγματική και ελεύθερη δημιουργία πραγματικότητας από τον Τριαδικό Θεό].

👉 Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο Θρησκευτικών Β΄ Λυκείου (22-0265), σελ. 22-2413 και 20 [έχουν υποστεί επεξεργασία από τον συντάκτη του ιστολογίου].

* * *

Θεολογικό σχόλιο, με εικονογραφικές παραπομπές, του Γιώργου Κόρδη: Η ίδια η πράξη της Δημιουργίας του κόσμου απο τον Θεό Λόγο είναι φανέρωση της αγάπης του. Την ίδια αγάπη συνεχίζει ο άδολος και αθώος Αδάμ, όταν δίνει ονόματα στα ζώα, τα συνδέει μαζί του και τα αναδεικνύει σε πλάσματα αγαπημένα και μοναδικά. Ο Θεός δεν αφήνει τον άνθρωπο σε άγνοια της ύπαρξής του και, μετά την πτώση, του φανερώνεται στη Φιλοξενία του Αβραάμ. Η μέγιστη όμως πράξη προσφοράς του Θεού φωλιάζει στη Γέννηση. Ο Χριστός κάνει θαύματα, δείχνει τη Βασιλεία των Ουρανών στον άνθρωπο και τον ανακουφίζει προσωρινά απο την ασθένεια της σαρκός. Θεραπεύει τυφλούς, την πεθερά του αγαπημένου του Πέτρου, πολλαπλασιάζει τα ψωμιά και τα ψάρια για να φάει ο κόσμος στην ερημιά. Φανερώνει την ύπαρξη του στη Σαμαρείτιδα γυναίκα και ακόμη πιο πολύ διώχνει το σκοτάδι της άγνοιας του πεπτωκότος ανθρώπου με τη μέγιστη και λαμπρή Μεταμόρφωσή του μπροστά στα μάτια των εκπλήκτων μαθητώνΟ Χριστός είναι πάντα με τις ενέργειές του κοντά στον άνθρωπο. Και τελικά σταυρώνεται για χάρη του και ανασταίνεται για να τον σώσει, εγείροντας τον απο το σκοτάδι του θανάτου, τον Άδη.

* * *

Η αποκάλυψη του Θεού στην κτίση και την ιστορία

Το ερώτημα για το όνομα του Θεού δεν τίθεται ευθέως από τον Μωυσή, στο βιβλίο της Εξόδου (3, 1-14), αλλά έμμεσα. Στους αρχαίους λαούς της περιοχής αποδιδόταν μεγάλη σημασία στο όνομα ενός προσώπου. Το όνομα σχετιζόταν με τη φύση, τον ρόλο και τον χαρακτήρα αυτού που το έφερε, ώστε θεωρούνταν ότι ο άνθρωπος «κατὰ τὸ ὄνομα αὐτοῦ οὗτός ἐστι» (Α΄ Βασ, 25, 25). Ζητώντας λοιπόν ο Μωυσής να γνωρίσει το όνομα του Θεού, ζητά κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή πληροφορία: ζητά να γνωρίσει τον ίδιο τον Θεό.

Ο Θεός δεν απαντά άμεσα, λέγοντας δηλαδή το όνομά του, αλλά προσφέρει μια ερμηνεία του ονόματός του. Σε αυτή την απόκρυψη ή υπεκφυγή της θεότητας να αποκαλύψει το όνομά της, δηλαδή τον ίδιο της τον εαυτό, συνδυάζεται πλήρως η υπερβατικότητα του θεού με την αποκάλυψη, η άκτιστη ουσία του με τις ενδοϊστορικές ενέργειες του. Ο Θεός είναι ο μόνος άκτιστος, δηλαδή αυθύπαρκτος (ἐγώ εἰμι ὁ ὤν), και παραμένει ασύλληπτος και απροσδιόριστος από τον ανθρώπινο νου, αλλά όχι άγνωστος, αφού είναι ενδοϊστορικός (ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν).

Κύριο χαρακτηριστικό λοιπόν του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης είναι η ύπαρξη, σε αντίθεση με τους θεούς του ειδωλολατρικού κόσμου, που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Και η ύπαρξη του ενός Θεού αποδεικνύεται από τις συγκεκριμένες ενέργειές του μέσα στην ίδια την ανθρώπινη ιστορία, στην οποία επεμβαίνει δυναμικά. Οι πιστοί συνεπώς καλούνται να λατρέψουν τον Θεό, όχι για κάποιες πράξεις του στο αρχέγονο μυθικό παρελθόν, αλλά για τις συγκεκριμένες ενέργειές του μέσα στην ιστορία. Ποιος είναι ο Θεός το γνωρίζει ο πιστός, όχι μέσα από μυθικές αφηγήσεις ή φιλοσοφικές αναζητήσεις, αλλά μέσα από την εμπειρία των θείων ενεργειών.

👉 Επεξεργασμένα αποσπάσματα από το βιβλίο του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου,  Μικρές ερμηνευτικές μελέτες σε αφηγηματικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης (σελ. 154-159). 


H Φιλοξενία του Αβραάμ (15ος αι. ΒΧΜ)
Εικονογραφικό σχολιο του Γιώργου Κόρδη