Θρησκειολογική ορολογία

Απόστολος Γιαγιάννος, Βαβέλ, 1998.
Ακρυλικό σε καμβά.


Λήμματα παρμένα από το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής (1998), του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχουν επιλεγεί οι σημασίες που αφορούν τη Θρησκειολογία.

Με προσαρμογές και προσθήκες του διαχειριστή του ιστολογίου.

Δυϊσμός: Φιλοσοφική ή/και θρησκευτική θεωρία σύμφωνα με την οποία ο κόσμος διέπεται από δύο αντίθετες και ανεξάρτητες αρχές, το πνεύμα και την ύλη, το αγαθό και το κακό, την ελευθερία και την αναγκαιότητα. ANT μονισμός.

Μανιχαϊσμός: 1. Θρησκεία που ιδρύθηκε τον 3ο αι. μ.X. [από τον Πέρση σοφό Μάνη] και που δέχεται την ύπαρξη δύο ανταγωνιστικών στοιχείων, του φωτός και του σκότους, του καλού και του κακού [ως αυτόνομες οντότητες2. Χαρακτηρισμός κάθε δυϊστικής θεωρίας ή διδασκαλίας, ή και κάθε άποψης που δέχεται ότι υπάρχει μόνο το καλό ή το κακό, το δίκαιο ή το άδικο [ως αυτόνομες περιοχές], αποκλείοντας οτιδήποτε άλλο.