Θρησκειολογική ορολογία πρωτόγονων και αρχαίων θρησκευμάτων


Λήμματα παρμένα από το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής (1998), του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχουν επιλεγεί οι σημασίες που αφορούν τη Θρησκειολογία.

Με προσαρμογές και προσθήκες του διαχειριστή του ιστολογίου.

Ανιμισμός: πρωτόγονη θρησκευτική πίστη στην ύπαρξη ψυχής μέσα σε όλα τα φυσικά όντα και φαινόμενα.

Ειδωλολάτρης*: αυτός που λατρεύει τα είδωλα, τα ομοιώματα θεοτήτων, σαν να ήταν αυτά τα ίδια θεότητες. Ειδωλολατρία*: η λατρεία ειδώλων, κατασκευασμένων ομοιωμάτων θεότητας, ως φορέων του πνεύματός της και της δύναμής της, και κυρίως η αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή θρησκεία. || Η λατρεία φυσικών ή κατασκευασμένων αντικειμένων ως φορέων θεϊκής δύναμης [η θεοποίηση της κτιστής/φυσικής πραγματικότητας].

[Ιερο]διάμεσος: ο μεσολαβητής || το μέντιουμ.

Μέντιουμ: πρόσωπο που θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί με τα πνεύματα (medium (λατινικά), ουδ. του επιθ. medius «ενδιάμεσος»).

Μυστικισμός: φιλοσοφική/θρησκευτική θεωρία σύμφωνα με την οποία η γνώση, ιδίως του απόλυτου όντος και η ένωση του ανθρώπου με αυτό, γίνεται άμεσα με την έκσταση ή με την ενόραση, χωρίς την παρεμβολή των αισθήσεων ή του λογικού.

Οιωνοσκόπος: μάντης που προβλέπει το μέλλον παρατηρώντας τη συμπεριφορά ορισμένων πουλιών (πέταγμα, κραυγές κτλ.), ή διάφορα φαινόμενα στην ατμόσφαιρα (αστραπές, βροντές κτλ.). Οιωνός: κάθε γεγονός, φυσικό φαινόμενο κτλ. που θεωρείται ως ένδειξη για το τι θα συμβεί στο μέλλον [αρχ. οἰωνός «μεγάλο αρπαχτικό πουλί, μαντικό σημάδι»].

Παγανισμός: η ειδωλολατρία, ιδίως μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, όταν αυτή είχε πλέον περιοριστεί στους αγροτικούς πληθυσμούς [pagus (λατινικά): η ύπαιθρος].

Πνευματισμόςφιλοσοφική/θρησκευτική θεωρία και πίστη, σύμφωνα με την οποία είναι δυνατή, υπό ορισμένες συνθήκες, η επικοινωνία των ζωντανών με τα πνεύματα, με τις ψυχές των νεκρών, που επιζούν και ύστερα από το θάνατο. Πρβλ. πνευματολατρία*.

Προγονολατρία*: η λατρεία των προγόνων και η απόδοση θρησκευτικών τιμών σ’ αυτούς (διαδεδομένη στις πρωτόγονες θρησκείες).

Σαμανισμός: το σύνολο των δοξασιών που αφορούν την πίστη στις ικανότητες των σαμάνων να επικοινωνούν με τα πνεύματα. Σαμάνος: [κάτι σαν] μάγος σε φυλές της Αφρικής (και αλλού), που θεωρείται ότι μπορεί να επικοινωνεί με τα πνεύματα και να προσφέρει έτσι υπηρεσίες στη φυλή του.


* Ορθογραφικές παρατηρήσεις για τις λέξεις που έχουν ως β΄ συνθετικό τη «λατρεία» ΕΔΩ